ΦΙΤΑ. Η ελληνική κουζίνα του Δημήτρη Δημητριάδη, όπως δεν την έχεις ξαναζήσει – Also in English

Εκεί, σε ένα τρίστρατο στις γραφικές γειτονιές του Νέου Κόσμου, υπάρχει ένας άλλος γαστρονομικός Κόσμος. Αυτός του ευρηματικού σεφ Δημήτρη Δημητριάδη, που μετουσιώνει την ελληνική κουζίνα με σύγχρονες τεχνικές και προσεγμένα δάνεια από άλλες κουζίνες.
 
 
Ακούσαμε τα καλύτερα, το βάλαμε στο πρόγραμμα και αφού περιπλανηθήκαμε στις πέριξ γειτονιές της περιοχής, σταματήσαμε σαν είδαμε το λιτό, λοξό “Φ” στη τζαμαρία του μας έδωσε το μήνυμα πως φτάσαμε. Ένας χώρος με βιομηχανικές αναφορές, μωσαϊκό στο πάτωμα, τσιμεντένιες, ασοβάντιστες κολόνες, μα ταυτόχρονα ζεστός, ανθρώπινος και οικείος.
 
 
Καθισμένοι σε ένα τραπέζι μπροστά από την ανοιχτή κουζίνα, παρατηρούμε τον χώρο να γεμίζει σιγά σιγά με παρέες, ανθρώπους όλων των ηλικιών, που ήρθαν για να μοιραστούν κάτι περισσότερο από φαγητό.
 
Το μενού αλλάζει κάθε μέρα, θα κι αυτό δεν είναι απλώς μια πληροφορία. Είναι φιλοσοφία. Περίπου δυο δεκάδες  πιάτα, ορεκτικά και κυρίως, που όλα τους πατούν στην παράδοση, μα εκφράζονται με σύγχρονη ματιά, με μια sustainable προσέγγιση που δεν διαφημίζεται, αλλά αποδεικνύεται.
 
Μόλις φτάσει το πρώτο πιάτο, μπαίνεις αμέσως και στο νόημα. Η παράδοση και η ελληνική κουζίνα του χθες μετουσιώνονται μαγικά από τον σεφ Δημήτρη Δημητριάδη, με σύγχρονες τεχνικές και πολλή αγάπη δημιουργώντας μια ισορροπία που δύσκολα πετυχαίνεται.
 
Ξεκίνημα με το nigiri παντζαριού – μη φοβάσαι και άρπαξέ το με το χέρι – με καπνιστό χέλι και vinaigrette μπέικον, ένα τσίμπημα που σε αιφνιδιάζει ευχάριστα, για να ακολουθήσουν τα προζυμένια ψωμιά, η λαδένια με τον ξινόχοντρο τραχανά και το χωριάτικο με σουσάμι, που ήτανε ζεστά, αρωματικά, ιδανικά για να σε βάλουν στο πνεύμα.
 
 
 
Και κάπου εκεί, η “σαλάτα” με τα βιολογικά παντζάρια, τα μύρτιλα και την κρέμα αμυγδάλου έρχεται να ισορροπήσει το σύνολο, δροσερή και φίνα, με το λάδι μαύρου σουσαμιού να προσθέτει βάθος και εκλεπτυσμένη επίγευση.
 
 
Η μπάφα μαρινέ, ο γνωστός σου κέφαλος από τον οποίο παράγεται και το αυγοτάραχο,  με τον ζωμό των γεμιστών και τον ταραμά, συνέδεσε μνήμη και τεχνική σε ένα πιάτο που κινείται ανάμεσα στο γνώριμο και το σύγχρονο. Ένα πιάτο που δεν ήθελα να τελειώσει και που δεν ήθελα τη σύντροφό μου να το αγαπήσει εξίσου …μα δυστυχώς το είχε κι αυτή ερωτευτεί.
 
 
Και ύστερα ήρθαν τα μανιτάρια σιτάκε, με τους γίγαντες Φενεού και τη σάλτσα γραβιέρα-αγκινάρα, που αποδείχτηκε πλούσια και γήινα, με ένταση που γεμίζει τον ουρανίσκο.
 
 
Τα γιουβαρλάκια που ακολούθησαν, με το ψητό λάχανο και το αυγολέμονο, έφεραν στο τραπέζι τη θαλπωρή της ελληνικής κατσαρόλας, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή. Ένα πιάτο σταθμός για το Φίτα που δε θα ´θελα να φύγει ποτέ από την κάρτα. Το ίδιο δηλώνω και για τον φρεσκότατο μπακαλιάρο σχάρας με την αλμυρούτσικη πετσούλα που αναπαύτηκε πάνω σε ένα βραβευμένο πρασοσέλινο με αυγολέμονο καρότο που μέχρι και παπάρα κάναμε με το ψωμάκι μας για να μη πάει τίποτα χαμένο. Ψέματα λέω…γιατί ήτανε τόσο γλυκοφάγωτο που σου προκαλούσε λαιμαργία.
 
 
 
Το ιμάμ που ήρθε μετά, με τη μεστωμένη μελιτζάνα και τη μοσχαρίσια ουρά, την ξινομυζήθρα Κρήτης και τη σάλτσα παστιτσάδα, ήταν από εκείνα τα πιάτα που σε κάνουν να σωπαίνεις. Βαθύ, πληθωρικό, απόλυτα ισορροπημένο και δεδομένα εξαφανίστηκε κι αυτό αίφνης.
 
 
Εν τέλει ήρθε και το εκμέκ. Ούτε αυτό όπως το ξέρεις. Μπροστάρικο και όμορφο με τα όλα του για να κλείσει ιδανικά το δείπνο, με παγωτό από πρόβειο γάλα, κεράσια, κρέμα φιστικιού και τραγανό κανταΐφι, ένα γλυκό με χαρακτήρα, ποικιλία υφών και πρωτίστως χωρίς υπερβολές.
 
 
Τι να πω τώρα για τον πρόσχαρο και βαθιά καταρτισμένο σομελιέ που δεν περιορίστηκε απλώς στο να σερβίρει. Με κάθε ποτήρι, με κάθε μικρό “παντρέμα”, είχε να αφηγηθεί και μια ιστορία. Για το κρασί, για τον τόπο του, για το γιατί βρίσκεται εκεί, δίπλα σε αυτό ακριβώς το πιάτο. Τσικουδιά, ροζέ με Ξινόμαυρο και Syrah, το πολυποικιλιακό Salty Goat, Σαββατιανό, ρετσίνα σε δύο διαφορετικά ποτήρια για δύο διαφορετικές εμπειρίες, Αγιωργίτικο και ένα Port στο τέλος, όλα μετρημένα, όλα στη θέση τους. Δύο γουλιές το καθένα, αρκετές για να σε ταξιδέψουν, χωρίς ποτέ να σε βαραίνουν.
 
 
Το σέρβις συνολικά κινείται στο ίδιο μήκος κύματος. Φιλικό, ουσιαστικό, με παρουσία που γίνεται αισθητή μόνο όταν πρέπει.
 
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως το “Φίτα” δεν είναι απλώς ένα εστιατόριο. Είναι μια εμπειρία που χτίζεται αργά, πιάτο με πιάτο, γουλιά με γουλιά, κουβέντα με κουβέντα. Είναι ο σεφ που ξέρει πού πατά και πού θέλει να πάει. Είναι ο σομελιέ που σου δίνει λόγο να ακούσεις, όχι μόνο να πιεις. Είναι ο χώρος που σε αγκαλιάζει χωρίς να το φωνάζει και που σίγουρα θες να επισκεφτείς ξανά και ξανά και ξανά.
 
Ντρουμ 1 και Κασομούλη 6, Νέος Κόσμος, Αθήνα
(+30) 211 4148624
 
REVIEW IN ENGLISH
 
FITA. Greek cuisine by Dimitris Dimitriadis, like you’ve never experienced before
 
There, at a small three-way junction in the charming neighborhoods of Neos Kosmos, a different kind of culinary world unfolds. One shaped by the inventive chef Dimitris Dimitriadis, who transforms Greek cuisine through modern techniques and carefully considered influences from other kitchens.
 
 
We had heard the best, put it on our list, and after wandering through the surrounding streets, we stopped the moment we saw the simple, tilted “Φ” on the glass façade. We had arrived. A space with industrial references, mosaic flooring and raw concrete columns, yet at the same time warm, human and inviting.
 
 
Seated at a table in front of the open kitchen, we watched the room slowly fill with groups of all ages, people who came to share something more than just food.
 
 
The menu changes daily—and that’s not just information. It’s philosophy. Around twenty dishes, starters and mains alike, all rooted in tradition yet expressed through a modern lens, with a sustainable approach that isn’t advertised, but clearly evident.
 
From the moment the first dish arrives, you immediately understand the point. Greek tradition is transformed here with finesse, through modern techniques, touched with love, creating a harmony that is far from easy to achieve.
 
We began with the beetroot nigiri—don’t overthink it, just pick it up with your hands—topped with smoked eel and bacon vinaigrette. A small bite that pleasantly surprises, followed by the sourdough breads: a lagana-style flatbread with fermented trahana and a sesame country loaf, both warm, aromatic and the perfect way to set the tone.
 
 
 
Then came the “salad” of organic beetroots, blueberries and almond cream, balancing the table beautifully. Fresh, refined, with black sesame oil adding depth and an elegant finish.
 
 
The marinated grey mullet—yes, the same fish that gives us bottarga—paired with stuffed vegetable broth and tarama, brought memory and technique together in a dish that moves effortlessly between the familiar and the contemporary. A dish I didn’t want to finish—and frankly didn’t want to share—but we both ended up falling for it.
 
 
And then came the shiitake mushrooms, with giant beans from Feneos and a graviera-artichoke sauce, rich and earthy, with a depth that fills the palate.
 
 
The meatball soup that followed, with roasted cabbage and avgolemono, brought the comfort of Greek home cooking to the table, in a more refined version. A signature dish I wouldn’t want to see leave the menu. The same goes for the perfectly fresh grilled cod, with its lightly salty, crispy skin resting on a beautifully executed leek and celery avgolemono with carrot—so good we ended up soaking every last drop with bread. Actually, scratch that… it was so irresistibly delicious it triggered pure greed.
 
 
 
The imam that came next, with aged eggplant and slow-cooked beef tail, xinomyzithra cheese from Crete and a pastitsada-style sauce, was one of those dishes that makes you pause. Deep, rich, perfectly balanced—and gone in seconds.
 
 
Finally, dessert arrived. Ekmek—but not as you know it. Bold, elegant and complete, closing the meal on a high note with sheep’s milk ice cream, cherries, pistachio cream and crispy kataifi. A dessert full of character, layered textures and, above all, restraint.
 
 
And what can I say about the cheerful and deeply knowledgeable sommelier, who did far more than just pour wine. With every glass, with every pairing, came a small story. About the wine, its origin, and why it belonged exactly next to that dish. Tsikoudia, rosé blends of Xinomavro and Syrah, the multi-varietal Salty Goat, Savatiano, retsina served in two different glasses for two different experiences, Agiorgitiko and a final Port—everything measured, everything in its place. Just two sips each, enough to take you on a journey without ever weighing you down.
 
The service overall moves on the same wavelength. Friendly, genuine, present only when it needs to be.
 
And somewhere along the way, you realize that “Fita” is not just a restaurant. It’s an experience built slowly—dish by dish, sip by sip, conversation by conversation. It’s a chef who knows exactly where he stands and where he’s heading. A sommelier who gives you a reason to listen, not just to drink. And a space that embraces you quietly… yet leaves you wanting to come back again and again and again.
 
1 Ntroum & Kasomouli 6, Neos Kosmos, Athens
 (+30) 211 4148624

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

Χαράς ευαγγέλια για την ΤΕΣΕΚ Μακάριος Γ’ Λευκωσίας. Αναδείχθηκε «School of the Year» στον Διεθνή Διαγωνισμό Μαγειρικής Νότιας Ευρώπης

Μια σπουδαία διεθνή επιτυχία κατέκτησε η Τεχνική και Επαγγελματική Σχολή Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΤΕΣΕΚ) Μακάριος Γ’ Λευκωσίας, η οποία κατέκτησε τον τίτλο της «School of

Εκεί, σε ένα τρίστρατο στις γραφικές γειτονιές του Νέου Κόσμου, υπάρχει ένας άλλος γαστρονομικός Κόσμος. Αυτός του ευρηματικού σεφ Δημήτρη Δημητριάδη, που μετουσιώνει την ελληνική κουζίνα με σύγχρονες τεχνικές και προσεγμένα δάνεια από άλλες κουζίνες.
 
Ακούσαμε τα καλύτερα, το βάλαμε στο πρόγραμμα και αφού περιπλανηθήκαμε στις πέριξ γειτονιές της περιοχής, σταματήσαμε σαν είδαμε το λιτό, λοξό “Φ” στη τζαμαρία του μας έδωσε το μήνυμα πως φτάσαμε. Ένας χώρος με βιομηχανικές αναφορές, μωσαϊκό στο πάτωμα, τσιμεντένιες, ασοβάντιστες κολόνες, μα ταυτόχρονα ζεστός, ανθρώπινος και οικείος.
 
Καθισμένοι σε ένα τραπέζι μπροστά από την ανοιχτή κουζίνα, παρατηρούμε τον χώρο να γεμίζει σιγά σιγά με παρέες, ανθρώπους όλων των ηλικιών, που ήρθαν για να μοιραστούν κάτι περισσότερο από φαγητό.
 
Το μενού αλλάζει κάθε μέρα, θα κι αυτό δεν είναι απλώς μια πληροφορία. Είναι φιλοσοφία. Περίπου δυο δεκάδες  πιάτα, ορεκτικά και κυρίως, που όλα τους πατούν στην παράδοση, μα εκφράζονται με σύγχρονη ματιά, με μια sustainable προσέγγιση που δεν διαφημίζεται, αλλά αποδεικνύεται.
 
Μόλις φτάσει το πρώτο πιάτο, μπαίνεις αμέσως και στο νόημα. Η παράδοση και η ελληνική κουζίνα του χθες μετουσιώνονται μαγικά από τον σεφ Δημήτρη Δημητριάδη, με σύγχρονες τεχνικές και πολλή αγάπη δημιουργώντας μια ισορροπία που δύσκολα πετυχαίνεται.
 
Ξεκίνημα με το nigiri παντζαριού – μη φοβάσαι και άρπαξέ το με το χέρι – με καπνιστό χέλι και vinaigrette μπέικον, ένα τσίμπημα που σε αιφνιδιάζει ευχάριστα, για να ακολουθήσουν τα προζυμένια ψωμιά, η λαδένια με τον ξινόχοντρο τραχανά και το χωριάτικο με σουσάμι, που ήτανε ζεστά, αρωματικά, ιδανικά για να σε βάλουν στο πνεύμα.
 
Και κάπου εκεί, η “σαλάτα” με τα βιολογικά παντζάρια, τα μύρτιλα και την κρέμα αμυγδάλου έρχεται να ισορροπήσει το σύνολο, δροσερή και φίνα, με το λάδι μαύρου σουσαμιού να προσθέτει βάθος και εκλεπτυσμένη επίγευση.
 
Η μπάφα μαρινέ, ο γνωστός σου κέφαλος από τον οποίο παράγεται και το αυγοτάραχο,  με τον ζωμό των γεμιστών και τον ταραμά, συνέδεσε μνήμη και τεχνική σε ένα πιάτο που κινείται ανάμεσα στο γνώριμο και το σύγχρονο. Ένα πιάτο που δεν ήθελα να τελειώσει και που δεν ήθελα τη σύντροφό μου να το αγαπήσει εξίσου …μα δυστυχώς το είχε κι αυτή ερωτευτεί.
 
Και ύστερα ήρθαν τα μανιτάρια σιτάκε, με τους γίγαντες Φενεού και τη σάλτσα γραβιέρα-αγκινάρα, που αποδείχτηκε πλούσια και γήινα, με ένταση που γεμίζει τον ουρανίσκο.
 
Τα γιουβαρλάκια που ακολούθησαν, με το ψητό λάχανο και το αυγολέμονο, έφεραν στο τραπέζι τη θαλπωρή της ελληνικής κατσαρόλας, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή. Ένα πιάτο σταθμός για το Φίτα που δε θα ´θελα να φύγει ποτέ από την κάρτα. Το ίδιο δηλώνω και για τον φρεσκότατο μπακαλιάρο σχάρας με την αλμυρούτσικη πετσούλα που αναπαύτηκε πάνω σε ένα βραβευμένο πρασοσέλινο με αυγολέμονο καρότο που μέχρι και παπάρα κάναμε με το ψωμάκι μας για να μη πάει τίποτα χαμένο. Ψέματα λέω…γιατί ήτανε τόσο γλυκοφάγωτο που σου προκαλούσε λαιμαργία.
 
Το ιμάμ που ήρθε μετά, με τη μεστωμένη μελιτζάνα και τη μοσχαρίσια ουρά, την ξινομυζήθρα Κρήτης και τη σάλτσα παστιτσάδα, ήταν από εκείνα τα πιάτα που σε κάνουν να σωπαίνεις. Βαθύ, πληθωρικό, απόλυτα ισορροπημένο και δεδομένα εξαφανίστηκε κι αυτό αίφνης.
 
Εν τέλει ήρθε και το εκμέκ. Ούτε αυτό όπως το ξέρεις. Μπροστάρικο και όμορφο με τα όλα του για να κλείσει ιδανικά το δείπνο, με παγωτό από πρόβειο γάλα, κεράσια, κρέμα φιστικιού και τραγανό κανταΐφι, ένα γλυκό με χαρακτήρα, ποικιλία υφών και πρωτίστως χωρίς υπερβολές.
 
Τι να πω τώρα για τον πρόσχαρο και βαθιά καταρτισμένο σομελιέ που δεν περιορίστηκε απλώς στο να σερβίρει. Με κάθε ποτήρι, με κάθε μικρό “παντρέμα”, είχε να αφηγηθεί και μια ιστορία. Για το κρασί, για τον τόπο του, για το γιατί βρίσκεται εκεί, δίπλα σε αυτό ακριβώς το πιάτο. Τσικουδιά, ροζέ με Ξινόμαυρο και Syrah, το πολυποικιλιακό Salty Goat, Σαββατιανό, ρετσίνα σε δύο διαφορετικά ποτήρια για δύο διαφορετικές εμπειρίες, Αγιωργίτικο και ένα Port στο τέλος, όλα μετρημένα, όλα στη θέση τους. Δύο γουλιές το καθένα, αρκετές για να σε ταξιδέψουν, χωρίς ποτέ να σε βαραίνουν.
 
Το σέρβις συνολικά κινείται στο ίδιο μήκος κύματος. Φιλικό, ουσιαστικό, με παρουσία που γίνεται αισθητή μόνο όταν πρέπει.
 
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως το “Φίτα” δεν είναι απλώς ένα εστιατόριο. Είναι μια εμπειρία που χτίζεται αργά, πιάτο με πιάτο, γουλιά με γουλιά, κουβέντα με κουβέντα. Είναι ο σεφ που ξέρει πού πατά και πού θέλει να πάει. Είναι ο σομελιέ που σου δίνει λόγο να ακούσεις, όχι μόνο να πιεις. Είναι ο χώρος που σε αγκαλιάζει χωρίς να το φωνάζει και που σίγουρα θες να επισκεφτείς ξανά και ξανά και ξανά.
 
Ντρουμ 1 και Κασομούλη 6, Νέος Κόσμος, Αθήνα
(+30) 211 4148624
 
 
 
 
REVIEW IN ENGLISH
 
 
FITA. Greek cuisine by Dimitris Dimitriadis, like you’ve never experienced before
 
 
 
There, at a small three-way junction in the charming neighborhoods of Neos Kosmos, a different kind of culinary world unfolds. One shaped by the inventive chef Dimitris Dimitriadis, who transforms Greek cuisine through modern techniques and carefully considered influences from other kitchens.
 
We had heard the best, put it on our list, and after wandering through the surrounding streets, we stopped the moment we saw the simple, tilted “Φ” on the glass façade. We had arrived. A space with industrial references, mosaic flooring and raw concrete columns, yet at the same time warm, human and inviting.
 
Seated at a table in front of the open kitchen, we watched the room slowly fill with groups of all ages, people who came to share something more than just food.
 
The menu changes daily—and that’s not just information. It’s philosophy. Around twenty dishes, starters and mains alike, all rooted in tradition yet expressed through a modern lens, with a sustainable approach that isn’t advertised, but clearly evident.
 
From the moment the first dish arrives, you immediately understand the point. Greek tradition is transformed here with finesse, through modern techniques, touched with love, creating a harmony that is far from easy to achieve.
 
We began with the beetroot nigiri—don’t overthink it, just pick it up with your hands—topped with smoked eel and bacon vinaigrette. A small bite that pleasantly surprises, followed by the sourdough breads: a lagana-style flatbread with fermented trahana and a sesame country loaf, both warm, aromatic and the perfect way to set the tone.
 
Then came the “salad” of organic beetroots, blueberries and almond cream, balancing the table beautifully. Fresh, refined, with black sesame oil adding depth and an elegant finish.
 
The marinated grey mullet—yes, the same fish that gives us bottarga—paired with stuffed vegetable broth and tarama, brought memory and technique together in a dish that moves effortlessly between the familiar and the contemporary. A dish I didn’t want to finish—and frankly didn’t want to share—but we both ended up falling for it.
 
And then came the shiitake mushrooms, with giant beans from Feneos and a graviera-artichoke sauce, rich and earthy, with a depth that fills the palate.
 
The meatball soup that followed, with roasted cabbage and avgolemono, brought the comfort of Greek home cooking to the table, in a more refined version. A signature dish I wouldn’t want to see leave the menu. The same goes for the perfectly fresh grilled cod, with its lightly salty, crispy skin resting on a beautifully executed leek and celery avgolemono with carrot—so good we ended up soaking every last drop with bread. Actually, scratch that… it was so irresistibly delicious it triggered pure greed.
 
The imam that came next, with aged eggplant and slow-cooked beef tail, xinomyzithra cheese from Crete and a pastitsada-style sauce, was one of those dishes that makes you pause. Deep, rich, perfectly balanced—and gone in seconds.
 
Finally, dessert arrived. Ekmek—but not as you know it. Bold, elegant and complete, closing the meal on a high note with sheep’s milk ice cream, cherries, pistachio cream and crispy kataifi. A dessert full of character, layered textures and, above all, restraint.
 
And what can I say about the cheerful and deeply knowledgeable sommelier, who did far more than just pour wine. With every glass, with every pairing, came a small story. About the wine, its origin, and why it belonged exactly next to that dish. Tsikoudia, rosé blends of Xinomavro and Syrah, the multi-varietal Salty Goat, Savatiano, retsina served in two different glasses for two different experiences, Agiorgitiko and a final Port—everything measured, everything in its place. Just two sips each, enough to take you on a journey without ever weighing you down.
 
The service overall moves on the same wavelength. Friendly, genuine, present only when it needs to be.
 
And somewhere along the way, you realize that “Fita” is not just a restaurant. It’s an experience built slowly—dish by dish, sip by sip, conversation by conversation. It’s a chef who knows exactly where he stands and where he’s heading. A sommelier who gives you a reason to listen, not just to drink. And a space that embraces you quietly… yet leaves you wanting to come back again and again and again.
 
1 Ntroum & Kasomouli 6, Neos Kosmos, Athens
 (+30) 211 4148624