Ateno Cook & Deli. Εκεί που η ελληνική κουζίνα βρίσκει ξανά τον σύγχρονο εαυτό της… και επανασυστήνεται (Also in English)

Για το Ateno άκουσα πολλά. Όλα τους εγκωμιαστικά. Πήγα εκεί με μια διάθεση διαφορετική. Δεν πήγα απλώς για να φάω. Πήγα για να καταλάβω. Να δω πού ακριβώς συναντιέται η μνήμη με το σήμερα, πώς μια κουζίνα τόσο βαθιά ριζωμένη στην παράδοση μπορεί να σταθεί ξανά μπροστά σου φρέσκια, σύγχρονη και – κυρίως – αληθινή. Και κάπως έτσι, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, ένιωσα πως αυτό που θα ακολουθούσε δεν θα ήταν απλώς ένα ακόμη δείπνο, αλλά μια εμπειρία με αρχή, μέση και ουσία.

Η γωνία Αιόλου και Μιλτιάδου δεν είναι πλέον ένα όποιο κι όποιο πέρασμα. Είναι προορισμός. Το νεοκλασικό που στεγάζει το Ateno – ένα κτίριο με ιστορία που φτάνει πίσω στον 19ο αιώνα (στα 1831, μου ’πε ο Καραθάνος) – στέκεται αγέρωχο και περήφανο για τη νέα του ζωή. Και αυτό γιατί, με το που περάσεις την είσοδό του, το πανέμορφο concept του ξεδιπλώνεται μπροστά σου: deli και εστιατόριο μαζί, ένας χώρος που παντρεύει το “παίρνω μαζί μου” με το “κάθομαι και απολαμβάνω”.

Στο ισόγειο, τα αλλαντικά των αδελφών Λιάκου (συνιδιοκτήτες), κρεμασμένα σαν μικρά έργα τέχνης. Διπλά τους τα τυριά – μέχρι και χαλούμι θα δεις – και ποιοτικά προϊόντα από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Ένα παντοπωλείο, αλλιώς. Παραπέρα, η σάλα και στον πρώτο όροφο ένας πανέμορφος χώρος εστίασης που σε καθηλώνει. Στο ισόγειο, καθαρές γραμμές, βιτρό που χωρίζουν διακριτικά τον χώρο, έργα τέχνης που δεν επιβάλλονται αλλά συνομιλούν με το περιβάλλον. Ένα σκηνικό κοσμοπολίτικο, μα ταυτόχρονα οικείο. Σαν να ανήκε πάντα εκεί.

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, μόλις πάρεις την κάρτα φαγητού, φαντάζει η φιλοσοφία του βραβευμένου με αστέρι Michelin, όντας στην Hytra, σεφ Νίκου Καραθάνου (συνιδιοκτήτης). Δεν πρόκειται για επίδειξη τεχνικής. Πρόκειται για επαναπροσδιορισμό της ελληνικής κουζίνας. Για μια κουζίνα που δεν θέλει να εντυπωσιάσει φωνάζοντας, αλλά να σε κερδίσει μιλώντας χαμηλόφωνα — με ουσία.

Ξεκίνημα με ένα amuse-bouche που σε καλωσορίζει όπως πρέπει και σου δείχνει από την πρώτη στιγμή τι θα ακολουθήσει. Ταρτάκι από χωριάτικο φύλλο, πατέ από συκωτάκια πουλερικών, μαρμελάδα φρούτων του δάσους και παντζάρι. Μια μπουκιά με βάθος, γλύκα και εκείνη τη λεπτή ισορροπία που σε βάζει αμέσως στο νόημα.

Τα αλλαντικά της METAMEAT στο τραπέζι μας — μορταδέλα μαύρου χοίρου, σαλάμι semi-dry από πρόβατο και στέπικη αγελάδα, προσούτο με χαρακτήρα — δεν ήταν απλώς ένα πρώτο πιάτο. Ήταν δήλωση πρώτης ύλης. Καθαρής, δουλεμένης, ελληνικής.

Το προζυμένιο ψωμί, ζεστό και αρωματικό, με βούτυρο αγγιγμένο από ελαιόλαδο και πούδρα ντομάτας, αλλά και η πάστα ελιάς με τρούφα, έβαλαν τις βάσεις για κάτι που εξελισσόταν μπροστά μας με ρυθμό και συνέπεια. Και μετά, ήρθε η “ελληνική σαλάτα”. Μα όχι όπως την ξέρεις. Μια ντομάτα ξεφλουδισμένη, γεμιστή, που άνοιξε μπροστά μας σαν λουλούδι. Ζωμός ντομάτας και αγγουριού, κρέμα φέτας, κρίθινο παξιμάδι. Ένα πιάτο που παίζει με την εικόνα, αλλά κερδίζει με τη γεύση. Εκεί είναι όλο το παιχνίδι.

Τα γεμιστά… θα σου πω μόνο αυτό: ήταν από εκείνα τα πιάτα που για λίγα δευτερόλεπτα δεν θέλεις να τα αγγίξεις. Θες να τα απολαύσουν τα μάτια σου πρώτα, πριν βάλεις το πιρούνι σου και χαλάσεις τον εδώδιμο πίνακα που έχεις μπροστά σου. Σχηματοποιημένα σαν γεμιστά, σχεδόν καλλιτεχνικά, με τζελ από νερό ντομάτας, παρέα με σάλτσα φέτας, κουβαλούσαν όμως μέσα τους όλη τη μνήμη. Και αυτή η αντίθεση — ανάμεσα στο μοντέρνο και το βαθιά γνώριμο — είναι που σε κερδίζει.

Στα κυρίως, το παστίτσιο μανιταριών έφερε γη, υγρασία, δάσος. Ένα γαστριμαργικό δημιούργημα πιο εσωστρεφές, πιο “ήσυχο”, μα με χαρακτήρα που ξεδιπλώνεται όσο το τρως.

Η τσιπούρα, άρτια ψημένη, με φρεσκάδα που δεν διαπραγματεύεται, πάτησε πάνω σε κριθαράκι με μάραθο και αυγοτάραχο. Ένα πιάτο που ισορροπεί ανάμεσα στη θάλασσα και τη γη, με μια καθαρότητα που δύσκολα βρίσκεις.

Και ο μουσακάς… εδώ σταματάς για λίγο. Γιατί εδώ καταλαβαίνεις πως τα πράγματα έχουν μια ειδοποιό διαφορά. Η πατάτα τραγανή, σχεδόν “ακουγόταν” στο δάγκωμα. Ο κιμάς, τυλιγμένος σε μελιτζάνα, η μπεσαμέλ βελούδινη. Και εκείνη η κίνηση — ο ζωμός να έρχεται στο τέλος, να “ποτίζει” το σύνολο — δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι ιδέα. Είναι άποψη.

Κάπου εδώ αξίζει να σταθείς και στην ομάδα. Στο χαμόγελο που δεν είναι ποτέ στημένο, στην αυθεντική ελληνική φιλοξενία που σε κάνει να νιώθεις καλοδεχούμενος από την πρώτη στιγμή. Άνθρωποι που ξέρουν τι σερβίρουν, που μπορούν να σου εξηγήσουν το κάθε υλικό, το κάθε πιάτο, το κάθε κρασί, χωρίς έπαρση αλλά με ουσία. Εξυπηρέτηση άψογη, ρυθμική, με εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο επαγγελματικό και το φιλικό που σπάνια πετυχαίνεται σε αυτό το επίπεδο.

Η υπεύθυνη οινικής εξυπηρέτησης, Μαρίνα Λιάκου, δεν έκανε ένα σύνηθες pairing. Μας πήρε από το χέρι και μας ταξίδεψε. Άρπαξε στα χέρια της τη βραβευμένη λίστα του Master of Wine Γιάννη Καρακάση, που σημείωσε ότι αποτελείται μόνο από ελληνικές αυτόχθονες ποικιλίες, και έκανε τα μαγικά της. Από το ροζέ Μικρό Κτήμα Τίτου με Νεγκόσκα και Ξινόμαυρο, μέχρι το παιχνιδιάρικο και απρόβλεπτο “Hoof and Lur” του Τρούπη. Από την ιδιαίτερη, σχεδόν “ανυπότακτη” ρετσίνα Τετράμυθος Amphore Natur Ρετσίνα, μέχρι το Ασύρτικο του Κτήμα Αργυρός και τις πιο αρωματικές εκφράσεις του Παπαστρατή.

Κάθε ποτήρι και μια στάση. Κάθε στάση και μια ιστορία. Από κορφοβούνια μέχρι νησιά. Από μικρούς παραγωγούς μέχρι εμβληματικές ετικέτες.

Το φινάλε ήρθε γλυκά. Κυριολεκτικά. Ένας χαλβάς κρεμώδης, με κρυμμένο παγωτό, με ένταση αλλά και φινέτσα, που βρήκε τον ιδανικό του συνοδοιπόρο σε ένα Vinsanto από τη Σαντορίνη. Ένα κλείσιμο όπως πρέπει: χωρίς υπερβολές, αλλά με διάρκεια.

Αναλογιζόμενος την επομένη όλα όσα ζήσαμε, δηλώνω με θαυμασμό πως το Ateno δεν είναι απλώς ακόμη ένα εστιατόριο στο κέντρο της Αθήνας. Είναι μια δήλωση. Μια δήλωση για το πού μπορεί να πάει η ελληνική κουζίνα όταν σέβεται τον εαυτό της. Όταν θυμάται από πού ξεκίνησε, αλλά δεν φοβάται να προχωρήσει.

Φεύγοντας, δεν παίρνεις μαζί σου μόνο τη γεύση. Παίρνεις και μια σκέψη: πως, τελικά, η εξέλιξη δεν είναι τίποτα άλλο από μια πολύ καλά ειπωμένη ιστορία. Και στο Ateno, αυτή η ελληνική γαστρονομική ιστορία λέγεται και απολαμβάνεται σωστά.

Ateno Cook & Deli
Αιόλου 52 & Μιλτιάδου, Αθήνα
(+30) 210 3223223

REVIEW IN ENGLISH

Ateno Cook & Deli: Greek Cuisine, Reimagined

I had heard a lot about Ateno. All of it glowing. I went there in a different frame of mind. I didn’t go just to eat. I went to understand. To see exactly where memory meets the present, how a cuisine so deeply rooted in tradition can stand before you again feeling fresh, contemporary and—above all—real. And somehow, from the very first minutes, I felt that what would follow wouldn’t be just another dinner, but an experience with a beginning, a middle and real substance.

The corner of Aiolou and Miltiadou is no longer just a random pass-through. It’s a destination. The neoclassical building that houses Ateno—dating back to the 19th century (since 1831, as Karathanos told me)—stands proud and dignified in its new life. The moment you step inside, its beautiful concept unfolds before you: a deli and a restaurant in one, a space that marries “take away” with “sit down and enjoy.”

On the ground floor, the cured meats by the Liakos brothers (co owners) hang like small works of art. Next to them, cheeses—even halloumi makes an appearance—and quality products from every corner of Greece. A deli, but not as you know it. Further in, the dining area, and upstairs, a stunning space that draws you in. Clean lines, stained glass subtly dividing the room, artworks that don’t impose but instead converse with the space. A setting that feels cosmopolitan yet familiar, as if it has always belonged there.

Somewhere in all this, as soon as you pick up the menu, the philosophy of Michelin-starred (from his time at Hytra) chef Nikos Karathanos (co owner) becomes clear. This is not about showing off technique. It’s about redefining Greek cuisine. A cuisine that doesn’t try to impress by raising its voice, but wins you over by speaking quietly—with substance.

The meal begins with an amuse-bouche that welcomes you properly and sets the tone from the very first bite. A tartlet made with rustic phyllo, poultry liver pâté, forest fruit jam and beetroot. A bite with depth, sweetness and that fine balance that immediately draws you in.

The METAMEAT charcuterie served at our table—black pig mortadella, semi-dry salami from sheep and steppe cattle, prosciutto with real character—wasn’t just a starter. It was a statement of raw material. Clean, crafted, Greek.

The sourdough bread, warm and aromatic, paired with butter kissed by olive oil and tomato powder, along with an olive paste with truffle, laid the foundations for something that unfolded before us with rhythm and consistency. And then came the “Greek salad.” But not as you know it. A peeled, stuffed tomato that opened in front of us like a flower. Tomato and cucumber broth, feta cream, barley rusk. A dish that plays with appearance, but wins you over with flavor. That’s where the magic lies.

The stuffed vegetables… I’ll just say this: it’s one of those dishes you hesitate to touch for a few seconds. You want to take it in with your eyes first, before your fork disrupts the edible artwork in front of you. Shaped like traditional gemista, almost sculptural, with tomato water gel and a feta sauce alongside, yet carrying all the memory within. And that contrast—between the modern and the deeply familiar—is what wins you over.

For the mains, the mushroom pastitsio brought earthiness, moisture, forest notes. A more introspective, quieter dish, but with a character that unfolds as you eat.

The sea bream, perfectly cooked, with uncompromising freshness, rested on kritharaki with fennel and bottarga. A dish that balances sea and land with a clarity that’s hard to find.

And the moussaka… here you pause. Because here, you understand. The potato was crisp, almost audible at the bite. The minced meat, wrapped in eggplant, the béchamel silky. And that final touch—the broth poured at the end, soaking into the whole—this isn’t just technique. It’s an idea. A point of view.

At this point, it’s worth pausing for the team. The smiles that never feel forced, the genuine Greek hospitality that makes you feel welcome from the very first moment. People who know exactly what they serve, who can explain every ingredient, every dish, every wine, without pretension but with substance. Service that is seamless, well-paced, striking that rare balance between professional and warm.

The head of wine service, Marina Liakou, didn’t offer a typical pairing. She took us by the hand and led us on a journey. Drawing from the award-winning list curated by Master of Wine Yiannis Karakasis—composed entirely of indigenous Greek varieties—she worked her magic. From the rosé Mikró Ktíma Títou with Negoska and Xinomavro, to the playful and unpredictable “Hoof and Lur” by Troupis. From the distinctive, almost “untamed” Tetramythos Amphore Natur Retsina, to the Assyrtiko from Argyros Estate and the more aromatic expressions of Papastratis.

Each glass a stop. Each stop a story. From mountain peaks to islands. From small producers to iconic labels.

The finale came sweetly. Literally. A creamy halva with hidden ice cream, intense yet refined, paired perfectly with a Vinsanto from Santorini. A finish just as it should be: without excess, but with lasting impact.

Reflecting the next day on everything we experienced, I can say with admiration that Ateno is not just another restaurant in the center of Athens. It’s a statement. A statement about where Greek cuisine can go when it respects itself. When it remembers where it started, but isn’t afraid to move forward.

As you leave, you don’t just take the taste with you. You take a thought: that evolution is nothing more than a well-told story. And at Ateno, this Greek gastronomic story is told—and enjoyed—exactly as it should be.

Ateno Cook & Deli
52 Aiolou & Miltiadou, Athens
(+30) 210 3223223

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts