
Το Σάββατο πήγαμε οι συμμαθήτριες από το Λύκειο για μεζέδες σε ταβέρνα της Λεμεσού. Μας τη σύστησε μια φίλη που πάει χρόνια εκεί και την θεωρεί την καλύτερη της πόλης. Με το μπήκαμε μέσα στις 20.30 αντιληφθήκαμε ότι πάνω στο τραπέζι μας, αλλά και πάνω στα τραπέζια των μέχρι εκείνη τη στιγμή, μη κατειλημμένων τραπεζιών, ήταν αραδιασμένα όλα τα κρύα ορεκτικά. Σαλάτες με φέτα, τζατζίκι, ταχίνι, τυροκαυτερή, παντζάρι, ελιές, ψωμί…
Παραξενεύτηκα, μα και θύμωσα για την κατάσταση αυτή και μόλις πέρασε το πρώτο γκαρσόνι, τον άρπαξα και τον ρώτησα γιατί τα ορεκτικά ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι, αφού εμείς δεν είχαμε φτάσει. Το παιδί είπε χωρίς ίχνος ενδοιασμού ότι “ο μάστρος είπε μόλις τελειώνουμε το καθάρισμα της ταβέρνας κάθε μέρα, κατά τις 18.30 να τα βάζουμε στο τραπέζι για να κερδίζουμε χρόνο με τα ζεστά πιάτα, όταν έρθουν οι πελάτες. Αυτό κάνουμε κάθε μέρα, κυρία, από την πρώτη μέρα που ανοίξαμε”.



Είμαι Βρετανός, παντρεμένος με Κύπρια, και μετά από τρία χρόνια καταφέραμε επιτέλους να έρθουμε διακοπές στην Κύπρο με την οικογένειά μας. Περιμέναμε ήλιο, φαγητό, φιλοξενία

Η πρώτη εμπειρία, ομολογουμένως, ξεκινά πριν καν καθίσεις στο τραπέζι. Αν ανέβεις από την πλευρά του Κόλπου των Κοραλλιών, η θέα ανοίγεται γενναιόδωρα μπροστά σου:

Τα Τρία Γουρουνάκια, όχι αυτά του αγαπημένου σου παραμυθιού, μα το αγαπημένο σουβλατζίδικο και ταβερνείο της Πάφου, δε θέλουν ιδιαίτερες συστάσεις. Μια απλή υπενθύμιση για
