
Η αλήθεια να λέγεται. Αν δεν ήξερα ότι η Πυξίδα βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο της πρωτεύουσας και δεν έβλεπα τη γνώριμη φιγούρα του Γιάννου και της εδώ και πολλά χρόνια ομάδας του, θα έλεγα ότι είμαι κάπου αλλού. Κι όντως, το ολοκληρωτικό face lifting που κράτησε τις πόρτες του βραβευμένου fish restaurant της πρωτεύουσας κλειστές για ένα χρόνο, μας πήρε αλλού.

Εντυπωσιακό από την είσοδό του, μέχρι τους minimal, μα ζεστούς, εσωτερικούς του χώρους, μέχρι το γουστόζικό του μπαράκι, την πριβέ, 10 θέσεων dining area του ανώγειου χώρου, αλλά και τις ντιζαϊνάτες του τουαλέτες, που θες, δε θες, σου συνιστώ να τις επισκεφτείς, έστω για να πλύνεις τα χέρια σου.
Δεν τελειώνουμε εδώ, γιατί κατ’ εμένα “όλα τα λεφτά” είναι στη τεσσάρων εποχών κλιματιζόμενή του αυλή, που περικυκλώθηκε με πράσινο, η οποία σχεδιάστηκε τόσο αριστοτεχνικά που σου δίνει την αίσθηση τόσο του εξωτερικού, πλημμυρισμένου από φως, χώρου, όσο και του εσωτερικού, εφόσον τυγχάνει της απόλυτη θερμομόνωσης μέσω γυάλινων τοίχων και κυλιόμενων οροφών.
Η πυξίδα των γαστριμαργικών δεδομένων, παραμένει αναλλοίωτη, με πρωταγωνιστές τους καρπούς της θάλασσας, είτε αυτοί θα φτάσουν στο τραπέζι σου ως οι προκαθορισμένοι ψαρομεζέδες του εστιατορίου, είτε ως πιάτα της δικής σου επιλογής.
Η λίστα, είναι πραγματικά αξιοσημείωτη, περιεκτική και ταξιδιάρικη με σαφή μεσογειακό προσανατολισμό, ενώ πολύ ενδιαφέρουσες είναι και οι γευστικές αναφορές στην ασιατική κουζίνα μέσω επιλεγμένων προτάσεων από uramaki, ταρτάρ ωμών ψαρικών με μεσογειακό και ασιατικό DNA και όχι μόνο.
Ο Γιάννος με το ηλεκτρονικό μπλοκάκι παραγγελιών του, παραδίπλα μας, να μας πλοηγεί με τη σταθερή, εδώ και πολλά χρόνια “πυξίδα” του, με εμάς να βουτάμε αμέσως το φρυγανισμένο μας ψωμί στον αγαπημένο μας, λευκό ταραμά, αλλά και να τσιμπολογούμε λίγη από τη ραντισμένη με σπιτικότατο βινεγκρέτ, σαλάτα με κάβουρα, γαρίδες, τραγανά φύκια goma wakame και πορτοκάλι.

Το φρεσκότατο σεβίτσε από χαμάτσι και τα καλοφτιαγμένα uramaki sushi rolls με τόνο, αλλά κι αυτά με κάβουρα και φύκια, σαφώς και πρέπει να φτάσουν και στο δικό σου τραπέζι, παρέα με ένα σπιρτάτο Sauvignon Blanc, παρμένο από την πολύ καλή οινοκάρτα του εστιατορίου.



Όταν μιλάμε για must have πιάτα, τότε σημείωσε με bold, υπογραμμισμένα γράμματα, το χταπόδι με όμορφο δάγκωμα που παντρεύτηκε μαζί με φάβα, ρούμι, και παστό σύκο, ενώ το ίδιο έχω να σου πω και για το άριστα ψημένο καλαμάρι σχάρας, για το al dente κριθαρότο γαρίδας και τα σκορδοβουτυράτα χτένια που “ναι” θα τα ζητήσω και στην επόμενή μου επίσκεψη.




Ο ύστατος ιχθυο-γαστρονομικός σταθμός δεν ήταν άλλος από το χοντρόσαρκο λαυράκι που ψήθηκε αριστοτεχνικά και ακολούθως δέκτηκε τη signature, αγαπημένη του κοινού, εδώ και πολλά λεμονάτη σος Alazaloumis, με συντελεστές τα ντοματίνια, το σκόρδο, τα φρέσκα και ξηρά αρωματικά, αλλά και το ξύσμα λεμονιού.

Ένα πιάτο που ομολογώ ότι αποτελεί από μόνο του λόγο για να παρεκκλίνεις από την πορεία σου, για να το απολαύσεις μαζί με ένα μέτριου σώματος, αρωματικό κόκκινο κρασί ή ένα πληθωρικό σε χρώμα και αρωματικές εντάσεις, ροζέ.
Ο τυλικτός μπακλαβάς με κανταΐφι της Πυξίδας και η κλασικά αγαπημένη λάβα σοκολάτας, συνοδευμένα και τα δυο με παγωτό, συμπλήρωσαν το γαστρονομικό παζλ της αναγεννημένης πρωτευουσιάνικης Πυξίδας.


Μια κίνηση ματ στην εστιατορική αστική σκηνή, η οποία ευελπιστώ να γίνει απαρχή του εξωραϊσμού, της αισθητικής και όχι μόνο, εξέλιξης και σε άλλα καταλύματα που ο χρόνος άρχισε να δείχνει σε αυτά τα δόντια του.
Μενάνδρου 5, Λευκωσία, 1066
22 445636

Κάποιες φορές δεν χρειάζεται καν να δοκιμάσεις οτιδήποτε για να καταλάβεις πως βρίσκεσαι σε έναν ξεχωριστό γαστρονομικό και όχι μόνο, προορισμό. Αρκεί να καθίσεις, να

Η γαστρονομία δεν είναι ένας δρόμος που τελειώνει όταν ένας σεφ αποκτήσει εμπειρία, δημιουργήσει το δικό του εστιατόριο ή αποκτήσει μια καλή φήμη. Είναι ένας

Σαν ξεκινήσεις τη βόλτα σου στους στρωμένους με πέτρα, γραφικούς δρόμους της παλιάς πόλης του Gdańsk, στη σκιά της συγκλονιστικής Basilica Mariacka, σίγουρα θα πέσει

Το βλέπουμε σχεδόν σε κάθε ράφι. Μαύρη σοκολάτα που γράφει με μεγάλα γράμματα 70% κακάο. Και κάπου εδώ αρχίζει η παρεξήγηση: σημαίνει άραγε ότι το

Υπάρχουν φεστιβάλ που απλώς επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο. Και υπάρχουν εκείνα που, με το πέρασμα του χρόνου, γίνονται κομμάτι της ίδιας της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου.
