
Στου Δεκέμβρη τις εννιά, άλλως December 9, στην καρδιά της γραφικότατης κοινότητας Αγίας Άννας Λάρνακας, η ιταλική κουζίνα βρήκε το σπιτικό της. Φώλιασε αγάλι αγάλι, μόλις τον Απρίλιο του 2026, μέσα σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι που αναγεννήθηκε εκ βαθέων, με πολύχρονη δουλειά, υπομονή και μεράκι, για να γίνει σήμερα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νέα γαστρονομικά καταφύγια της κυπριακής υπαίθρου.
Πίσω από όλο αυτό, ο σεφ Φώτης Χατζηττοφής, που έχοντας στο τσεπάκι του 10+4 χρόνια εμπειρίας στην ιταλική κουζίνα, αποφάσισε να κάνει κάτι που δεν συναντάς κάθε μέρα. Να πάρει ένα παλιό, ερειπωμένο κτήριο, να του ξαναδώσει ζωή και, αντί να το φορτώσει με περιττές πολυτέλειες, να κρατήσει πάνω του την ψυχή του παλιού σπιτιού και να τη συνταιριάξει με την αγάπη του για την Ιταλία.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε και το δικό μας ταξίδι σε Ιταλία μεριά, ένα Σαββατόβραδο κατά το σουρούπο.
Πρώτα πρώτα, έχω να σου πω όμως για τη διαδρομή. Περίπου 30 λεπτά από τη Λευκωσία – ένα εικοσάλεπτο από τη Λάρνακα – και ξαφνικά, αφήνεις πίσω σου την πόλη. Ελιές, πεύκα, κυπαρίσσια και θάμνοι που αγκαλιάζουν τις κοιλάδες και τους ημιορεινούς όγκους και μια φύση που, δεν ξέρω γιατί, μου έφερε για λίγο στο μυαλό την Τοσκάνη. Ίσως επειδή, ασυναίσθητα, οδεύαμε προς ένα ιταλικό καταφύγιο.

Όταν μπεις στην Αγία Άννα, τα γραφικά πετρόχτιστα σπίτια, με αποχρώσεις του λευκού, οι πλακόστρωτοι δρόμοι και η ηρεμία του χωριού σε κάνουν να χαμηλώνεις ταχύτητα, όχι μόνο στο αυτοκίνητο, αλλά και μέσα σου. Κι όταν φτάσεις στο December 9, τότε βγάζεις το κινητό από την τσέπη. Λευκή πέτρα, κόκκινα παράθυρα, μια αυλή που σε καλεί να καθίσεις και ένα σπίτι που μοιάζει να γεννήθηκε για να φιλοξενεί ανθρώπους.
Κι όμως, η ιστορία του είναι πολύ πιο παλιά.
Μιλάμε για ένα κτήριο που κινδύνευε να χαθεί, σώθηκε, αναπαλαιώθηκε με σεβασμό και απέκτησε δεύτερη ζωή. Η πέτρα έμεινε πέτρα, τα χαρακτηριστικά του σπιτιού διατηρήθηκαν και το παλιό κυπριακό σκηνικό έγινε σήμερα η στέγη μιας κουζίνας που μιλάει ιταλικά.
Και μέσα σε όλο αυτό, η οικογένεια του σεφ Φώτη. Όλοι εκεί, να σε υποδεχτούν, να σε καθίσουν και να σε κάνουν να αισθανθείς από τα πρώτα λεπτά πως δεν μπήκες απλώς σε ένα εστιατόριο.
Μπήκες σε σπίτι.
Διάλεξε τραπέζι στην αυλή, στον πανέμορφο εσωτερικό χώρο, φάτσα με την κουζίνα ή, αν είσαι τυχερός, ανέβα πάνω στη βεράντα του ανώγειου χώρου και κάτσε εκεί να αγναντέψεις το χωριό. Εμείς, με την δροσούλα σύμμαχό μας, προτιμήσαμε την ατμόσφαιρα της αυλής, εκεί όπου η πέτρα, η φύση και το φως του ήλιου που έσβηνε σιγά σιγά, έκαναν τη δική τους δουλειά. Μαζί μας κι άλλοι πολλοί, που γιόμισαν την αυλή με χαμόγελα, φροντίζοντας όμως κι αυτοί, σαν και του λόγου μας, να κάνουν κράτηση μέρες πριν. Γιατί αν πας απροειδοποίητα, μπορεί να βρεις την “πόρτα κλειστή” για σένα και να μείνεις με τα δυο χείλη καμένα!
Κλεφτές ματιές, ρίξαμε και στην κουζίνα. Καμάρι της κουζίνας, φυσικά, ο χτιστός με πυρότουβλα, φούρνος της, που προεξέχει από το κτήριο και γίνεται σχεδόν πρωταγωνιστής. Εκεί μέσα ψήνονται οι προζυμένιες, άνευ μαγιάς, πίτσες και τα ιταλικά αρτοποιήματα του Φώτη, με μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και υπομονή. Χωρίς μαγιά, χωρίς συντηρητικά. Αλεύρι, νερό, χρόνος, υπομονή και πολλή αγάπη, τα απόλυτα μυστικά του.
Η κάρτα φαγητού στα χέρια μας να μας ταξιδεύει στην Ιταλία, αλλά όχι με τρόπο που προσπαθεί να σου αποδείξει πόσο ιταλική είναι. Οι κλασικές συνταγές συνυπάρχουν με δημιουργίες του σεφ και το αποτέλεσμα έχει έναν χαρακτήρα απλό, σπιτικό και ταυτόχρονα προσεγμένο.
Πήραμε απόψεις, ρίξαμε κλεφτές ματιές στα γύρω τραπέζια, μελετήσαμε την κύρια κάρτα, αλλά και τη special κάρτα του Σαββατοκύριακου με τις χειροποίητες πάστες και αποφασίσαμε.
Και κάπου εκεί άρχισαν τα ωραία.
Το τηγανητό χαλλούμι έφτασε τυλιγμένο σε φύλλο κρούστας, με μαρμελάδα ντομάτας και φρέσκο δυόσμο. Η τραγανότητα του φύλλου έδωσε το πρώτο “κρακ”, η μαρμελάδα, με σωστά ντοματίνια μέσα, έφερε τη γλυκιά αντίθεση και ο δυόσμος έβαλε στο τέλος εκείνη τη φρέσκια κυπριακή πινελιά.

Τα linguine με γαρίδες, φρέσκια ντομάτα, ντοματίνια, βασιλικό, νότες από ούζο, πράσινο κρεμμύδι και gremolata, μας πήγε προς θάλασσα μεριά. Οι γαρίδες, τραγανές και ποιοτικές, η ντομάτα να κρατά τη φρεσκάδα και το ούζο να αφήνει διακριτικά το δικό του κυπριακό αποτύπωμα και μια υπέροχη επίγευση από γλυκάνισο. Μια πάστα καθαρή, ευχάριστη και σωστά προσανατολισμένη στη φρεσκάδα των υλικών.

Και μετά, τα casarecce Chicken “Marry Me”.
Τρυφερό κοτόπουλο, φρέσκο κρεμμύδι, πουρές ντομάτας, φρέσκια κρέμα, λευκό κρασάκι, gremolata, παρμεζάνα και σκόρδο. Εδώ η κουζίνα πήγε σε πιο πληθωρικά μονοπάτια. Η σάλτσα αγκάλιασε τα al dente casarecce, το κοτόπουλο παρέμεινε τρυφερό και το σύνολο απέκτησε εκείνη τη comfort διάσταση που θέλει ένα καλό πιάτο ζυμαρικών.

H στιγμή της προζυμένιας πίτσας που αναμέναμε, ήρθε και δικαίωσε μεγαλειωδώς τις προσδοκίες μας.
Η Tartufo είναι από τις best seller επιλογές και, αφού τη δοκιμάσαμε, καταλάβαμε η ομάδα απόλυτα, το γιατί. Κρέμα μαύρης τρούφας, μοτσαρέλλα, κατσικίσιο τυρί, Portobello μανιτάρια, παρμεζάνα και καραμελωμένο κρεμμύδι, όλα πάνω στην προζυμένια βάση. Η τρούφα έφερε το άρωμα, τα τυριά έδωσαν ένταση, τα μανιτάρια γήινο χαρακτήρα, αλλά το καραμελωμένο κρεμμύδι έκανε τα θαυματάκια του. Έφερε γλυκύτητα, βάθος και εκείνη την τελευταία πινελιά που έκανε τη μια μπουκιά να ζητά την επόμενη.

Η Capricciosa, από την άλλη, με πρωταγωνιστές τη σάλτσα ντομάτας, τη μοτσαρέλλα, το ιταλικό χαμ, τα μανιτάρια και τη μαγιονέζα βασιλικού, ήταν εξαιρετική. Κλασική βάση, γνώριμες γεύσεις, αλλά με μια διαφορετική πινελιά από τη μαγιονέζα βασιλικού. Και η ζύμη; Εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της υπόθεσης. Η προζυμένια ζύμη έχει τη δική της γεύση, τη δική της υφή και, κυρίως, εκείνη την αίσθηση ότι πίσω της υπάρχει δουλειά πολλή.

Και τώρα θα σου πω κάτι που ίσως σε εκπλήξει περισσότερο από όλα.
Οι τιμές.
Πραγματικά ασυναγώνιστες. Στην αρχή νομίζεις ότι κοιτάς κατάλογο εστιατορίου προ δεκαετίας. Μια τιμολογιακή πολιτική, που σήμερα, ειδικά σε έναν χώρο όπου το χειροποίητο βρίσκεται τόσο έντονα στο προσκήνιο, μοιάζει σχεδόν… αναχρονιστικά ευχάριστη.
Και φτάνουμε στα γλυκά.
Εδώ, το “homemade” δεν είναι διακοσμητική λέξη στον κατάλογο. Τα γλυκά φτιάχνονται εκεί. Τα παγωτά φτιάχνονται εκεί. Τα βλέπεις στις βιτρίνες και σχεδόν σε προκαλούν να τα δοκιμάσεις. Και ανάμεσα σε όλα, η Pavlova. Με σος κόκκινων μούρων και παγωτό cheesecake. Ναι, παγωτό cheesecake! Και να σου πω και κάτι άλλο; Δεν είναι ατομική υπόθεση. Είναι τόσο μεγάλη που γεμίζει και το μάτι και κυριολεκτικά όλο το πιάτο και θέλει δύο – τρία πιρούνια για να φτάσει στο τέλος της. Η τραγανή και ανάλαφρη μαρέγκα συνάντησε τη φρεσκάδα των κόκκινων φρούτων, με το παγωτό cheesecake να λειτουργεί σαν κρεμώδης, παγωμένη γέφυρα ανάμεσα στις γεύσεις. Αν την παραγγείλεις μόνος σου, πάντως, καλή τύχη!

Φεύγοντας, είχα ακόμη στη μύτη το άρωμα της φουρνιστής προζυμένιας ζύμης. Στα μάτια, το πέτρινο σπίτι με τα κόκκινα παράθυρα. Και μέσα μου εκείνη την όμορφη αίσθηση που σου αφήνουν κάποια εστιατόρια όταν καταλαβαίνεις ότι δεν φτιάχτηκαν απλώς για να σου προσφέρουν φαγητό. Φτιάχτηκαν για να σε φιλοξενήσουν.
Το December 9 κατάφερε κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο. Πήρε ένα παλιό κυπριακό σπίτι και του έδωσε ιταλική ψυχή, χωρίς να του αφαιρέσει την κυπριακή του ταυτότητα. Και κάπως έτσι, ένα Σαββατόβραδο στην Αγία Άννα, με την οικογενειακή θαλπωρή γύρω μας, τις προζυμένιες πίτσες να βγαίνουν από τον χτισμένο με πυρότουβλα, φούρνο και την ιταλική κουζίνα να πρωταγωνιστεί στο τραπέζι μας, νιώσαμε ότι κάναμε ένα μικρό ταξίδι.
Όχι ακριβώς μέχρι την Ιταλία.
Κάπου καλύτερα.
Σε μια μικρή “ιταλική γωνιά”, στη γραφική κοινότητα της Αγίας Λάρνακας.
December 9
Ιωακείμ και Άννης 6, Αγία Άννα, Λάρνακα
97 479999

Στου Δεκέμβρη τις εννιά, άλλως December 9, στην καρδιά της γραφικότατης κοινότητας Αγίας Άννας Λάρνακας, η ιταλική κουζίνα βρήκε το σπιτικό της. Φώλιασε αγάλι αγάλι,

Η Πάφος ετοιμάζεται να υποδεχθεί δύο από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες του ελληνικού τραγουδιού, σε μια συναυλία που υπόσχεται μια βραδιά γεμάτη αγαπημένες μελωδίες, δυνατές

Σήμερα είπα να κάνω μια απλή στάση για καφέ σε ένα από τα πιο γνωστά και παλιά καφέ της πρωτεύουσας. Ένα από εκείνα που θεωρείς

Παρασκευή βραδάκι, το Κρίταμο Μεζεδοτεχνείο να σφύζει από ζωή, μα περισσότερο από ανθρώπους που απολαμβάνουν, μοιράζονται, τσιμπολογούν και σηκώνουν τα ποτήρια τους στην παρέα. Εμείς,

Πόσο κοστίζει πραγματικά η ζωή σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα; Και, κυρίως, πόσα από όσα κερδίζεις σου μένουν όταν πληρώσεις το ενοίκιο, το supermarket, τις μετακινήσεις
