Βούτυρο κομμένο σε κομμάτια

Μαργαρίνη ή βούτυρο; Το απόλυτο crash test για να ξέρεις τα πάντα για τις βασίλισσες των αλοιφών

Δύο προϊόντα που βρίσκονται εδώ και δεκαετίες σχεδόν σε κάθε κουζίνα, δύο διαφορετικές φιλοσοφίες γύρω από το λίπος και ένα ερώτημα που επιστρέφει ξανά και ξανά: βούτυρο ή μαργαρίνη; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο τι απλώνεται πιο εύκολα πάνω σε μια φέτα ψωμί. Κρύβεται στην προέλευση, στη σύσταση των λιπαρών, στις βιταμίνες, στη γεύση, στο άρωμα, στη συμπεριφορά τους στη μαγειρική και, φυσικά, στο τι ακριβώς γράφει η ετικέτα.

Ας τις βάλουμε λοιπόν δίπλα-δίπλα, χωρίς προκαταλήψεις.

Βούτυρο στο περιτύλιγμά του με φρυγανισμένο ψωμί

Φωτογραφία: Alina Bordunova / Unsplash

Από πού ξεκινούν;

Το ζωικό βούτυρο είναι ένα γαλακτοκομικό προϊόν που παρασκευάζεται από την κρέμα του γάλακτος. Περιέχει κυρίως λιπαρά, αλλά και μικρότερες ποσότητες νερού και γαλακτικών συστατικών. Η χαρακτηριστική του γεύση και το άρωμα που αποκτά όταν θερμαίνεται είναι αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της γαλακτικής του προέλευσης.

Η μαργαρίνη, αντίθετα, παρασκευάζεται κυρίως από φυτικά έλαια και λίπη, τα οποία υφίστανται επεξεργασία ώστε να αποκτήσουν στερεή ή ημιστερεή υφή. Και εδώ όμως χρειάζεται προσοχή: δεν υπάρχει μία μόνο «μαργαρίνη». Η σύνθεση μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανά προϊόν, ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα έλαια και τον τρόπο παρασκευής.

Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στα λιπαρά

Εδώ αρχίζει το πραγματικό crash test.

Το βούτυρο περιέχει σημαντική ποσότητα κορεσμένων λιπαρών, ενώ η μαργαρίνη μπορεί, ανάλογα με τη σύνθεσή της, να περιέχει περισσότερα ακόρεστα λιπαρά. Γι’ αυτό δεν αρκεί πλέον να διαβάζουμε απλώς τη λέξη «μαργαρίνη» στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας. Χρειάζεται να κοιτάζουμε τον διατροφικό πίνακα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ποσότητα των κορεσμένων λιπαρών, αλλά και το είδος των φυτικών ελαίων που χρησιμοποιούνται.

Και κάτι ακόμη σημαντικό: η παλιά εικόνα της μαργαρίνης ως προϊόντος που είναι γεμάτο trans λιπαρά δεν περιγράφει απαραίτητα τις σύγχρονες μαργαρίνες. Η βιομηχανία έχει αλλάξει σημαντικά τις διαδικασίες παραγωγής και πολλές σύγχρονες μαργαρίνες έχουν πολύ χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες ποσότητες βιομηχανικών trans λιπαρών. Γι’ αυτό η ετικέτα είναι ο πραγματικός κριτής.

Και οι θερμίδες;

Εδώ η διαφορά συχνά είναι μικρότερη απ’ όσο περιμένουμε.

Τόσο το βούτυρο όσο και οι περισσότερες μαργαρίνες είναι θερμιδικά πυκνά τρόφιμα, επειδή βασίζονται στα λιπαρά. Το αν ένα προϊόν έχει περισσότερες ή λιγότερες θερμίδες εξαρτάται από τη συγκεκριμένη σύνθεσή του και, κυρίως, από την περιεκτικότητά του σε συνολικά λιπαρά.

Με άλλα λόγια, το «φυτικό» δεν σημαίνει αυτομάτως «light».

Βιταμίνες: εδώ το παιχνίδι αλλάζει

Το βούτυρο αποτελεί φυσική πηγή λιποδιαλυτών βιταμινών, κυρίως βιταμίνης Α, ενώ μπορεί να περιέχει και μικρότερες ποσότητες άλλων λιποδιαλυτών βιταμινών.

Στις μαργαρίνες, από την άλλη, ορισμένες βιταμίνες μπορεί να υπάρχουν φυσικά σε μικρές ποσότητες ή να έχουν προστεθεί κατά την παραγωγή, ανάλογα με το προϊόν και τη χώρα. Γι’ αυτό και εδώ δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλες.

Το σωστό ερώτημα δεν είναι «ποιο έχει βιταμίνες;», αλλά «τι ακριβώς περιέχει το συγκεκριμένο προϊόν που κρατώ στα χέρια μου;»

Και τώρα το μεγάλο όπλο του βουτύρου: η γεύση

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Όταν μιλάμε καθαρά για γαστρονομική απόλαυση, το βούτυρο παίζει σε δικό του γήπεδο.

Η χαρακτηριστική γαλακτική του γεύση, το άρωμα και η συμπεριφορά του όταν λιώνει ή ροδίζει δημιουργούν μια γευστική πολυπλοκότητα που δύσκολα αντιγράφεται.

Το beurre noisette, για παράδειγμα, αποκτά το περίφημο άρωμα φουντουκιού χάρη στο καβούρδισμα των στερεών του γάλακτος. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου το βούτυρο δεν λειτουργεί απλώς ως λίπος, αλλά ως γευστικό συστατικό.

Η μαργαρίνη έχει διαφορετικό προφίλ. Οι σύγχρονες εκδοχές μπορούν να είναι ιδιαίτερα ευχάριστες, ουδέτερες ή σχεδιασμένες ειδικά για άλειμμα και μαγειρική, όμως η γεύση τους εξαρτάται έντονα από τη σύνθεση και τα αρωματικά που χρησιμοποιούνται.

Στο ψωμί ποια κερδίζει;

Εδώ μπαίνει το προσωπικό γούστο.

Το βούτυρο προσφέρει πιο πλούσια, γαλακτώδη και «γεμάτη» αίσθηση. Η μαργαρίνη συνήθως υπερέχει στην ευκολία επάλειψης, ειδικά όταν είναι σχεδιασμένη να παραμένει μαλακή στο ψυγείο.

Για ένα ζεστό ψωμί, μια φέτα προζυμένιο ψωμί ή ένα brioche, η διαφορά γίνεται αμέσως αντιληπτή.

Βούτυρο και ψωμί σε πιάτο

Φωτογραφία: Anne Laure P / Unsplash

Στη μαγειρική;

Εδώ η ιστορία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

Το βούτυρο προσφέρει μοναδικό άρωμα και γεύση σε σάλτσες, ζυμαρικά, λαχανικά, ψάρια και κρέατα. Όταν όμως θερμαίνεται πολύ, τα στερεά του γάλακτος μπορούν να καούν. Για υψηλότερες θερμοκρασίες υπάρχει και το clarified butter ή ghee, όπου μεγάλο μέρος του νερού και των στερεών γαλακτικών συστατικών έχει αφαιρεθεί.

Κοτόπουλο που περιχύνεται με αφρισμένο βούτυρο στο τηγάνι

Φωτογραφία: Big Dodzy / Unsplash

Οι μαργαρίνες έχουν διαφορετική συμπεριφορά, ανάλογα με το προϊόν. Ορισμένες είναι σχεδιασμένες ειδικά για μαγείρεμα, άλλες για επάλειψη και άλλες για ζαχαροπλαστική. Δεν πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζονται όλες σαν ένα ενιαίο προϊόν.

Στη ζαχαροπλαστική;

Εδώ η επιλογή μπορεί να αλλάξει ολόκληρο το αποτέλεσμα.

Το βούτυρο προσφέρει χαρακτηριστικό άρωμα και συμβάλλει στη γεύση, στην υφή και στο «σπάσιμο» ενός μπισκότου ή μιας ζύμης.

Η μαργαρίνη μπορεί να προσφέρει διαφορετική συμπεριφορά στη ζύμη, σταθερότητα και ευκολία επεξεργασίας, ενώ συγκεκριμένα επαγγελματικά προϊόντα έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για αυτή τη χρήση.

Γι’ αυτό και οι επαγγελματίες pastry chefs δεν επιλέγουν πάντα με βάση το «βούτυρο είναι καλύτερο». Επιλέγουν με βάση το αποτέλεσμα που θέλουν να πετύχουν.

Κρουασάν βουτύρου

Φωτογραφία: Conor Brown / Unsplash

Το crash test της ετικέτας

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα ολόκληρης της αναμέτρησης.

Δεν συγκρίνουμε απλώς βούτυρο με μαργαρίνη. Συγκρίνουμε συγκεκριμένα προϊόντα.

Στη μαργαρίνη κοιτάμε:

  • τα συνολικά λιπαρά,
  • τα κορεσμένα λιπαρά,
  • την πηγή των φυτικών ελαίων,
  • τα trans λιπαρά,
  • τις πρόσθετες βιταμίνες,
  • το αλάτι,
  • και φυσικά τη λίστα των συστατικών.

Στο βούτυρο κοιτάμε επίσης την περιεκτικότητα σε λιπαρά, τα κορεσμένα λιπαρά, το αλάτι αν πρόκειται για αλατισμένο βούτυρο και, όπου υπάρχει σχετική ένδειξη, την προέλευση και την ποιότητα της πρώτης ύλης.

Η ετυμηγορία;

Ίσως τελικά δεν υπάρχει ένας απόλυτος νικητής.

Το βούτυρο είναι ο βασιλιάς της γεύσης και του αρώματος. Η μαργαρίνη μπορεί να προσφέρει διαφορετικό διατροφικό προφίλ και πρακτικά πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα όταν έχει σχεδιαστεί με βάση ακόρεστα φυτικά έλαια.

Από την άλλη, κανένα από τα δύο δεν είναι «μαγικό» τρόφιμο. Και τα δύο είναι πηγές λίπους και η ποσότητα που καταναλώνουμε έχει σημασία.

Η πραγματική σοφία βρίσκεται στην ετικέτα, στη χρήση και στη συνολική διατροφή.

Γιατί τελικά η ερώτηση δεν είναι μόνο «βούτυρο ή μαργαρίνη;»

Είναι:

«Ποιο προϊόν, σε ποια ποσότητα και για ποια χρήση;»

Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πραγματικό crash test.

Κεντρική φωτογραφία: Sorin Gheorghita / Unsplash

Βούτυρο ή μαργαρίνη; Βάζουμε δίπλα-δίπλα τις βασίλισσες των αλοιφών: προέλευση, λιπαρά, θερμίδες, βιταμίνες, γεύση και συμπεριφορά στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική.

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

Lobster Azur του σεφ Κωνσταντίνου Σιεχερλή

Lobster Azur. Η γαστρονομική δημιουργία του βραβευμένου σεφ Κωνσταντίνου Σιεχερλή, γραμμένη βήμα βήμα για να βγεις ξανά με χαμόγελο απ’ την κουζίνα

Το Lobster Azur του βραβευμένου σεφ Κωνσταντίνου Σιεχερλή, βήμα βήμα: αστακός με δροσερές νότες εσπεριδοειδών, αβοκάντο, μάνγκο και ντομάτα, για να το δοκιμάσετε και στη δική σας κουζίνα.

Vintage Wine Bar & Bistro. Όταν το κρασί γίνεται εμπειρία και η κουζίνα φέρνει στο τραπέζι γεύσεις με μνήμη. Ξανά στην καταπράσινή του ταράτσα…

Σαββατόβραδο, γλυκός και δροσερός ο καιρός και η Λευκωσία να έχει εκείνη τη βραδινή διάθεση που σε κάνει να θέλεις να καθίσεις κάπου όμορφα, χωρίς