Για μεσημεριανό στην ολάνθιστη Μπέμπα. Φαγητό αγαπησιάρικο και μεστές γεύσεις που ανακαλείς κάθε φορά ευχάριστα

Στην Μπέμπα, που το ξέρω ότι την αγαπάς κι εσύ, τα μεσημέρια είναι αλλιώς. Είναι φωτεινά, όπως κι οι άνθρωποί της, “πράσινα” όπως και η αυλή της. Είναι φυσικά και “χαρούμενα”, όπως και οι πιστοί της πελάτες που έρχονται και φεύγουν πάντοτε με ένα τοξωτό χαμόγελο στα χείλη.

Εκεί βρεθήκαμε κι εμείς ένα φωτεινό, “πράσινο” και χαρούμενο μεσημεράκι, βλέποντας ξανά την ίδια όμορφη εικόνα. Ένα μαγαζί που έσφυζε από ζωή. Πλημμυρισμένο από κόσμο, εντός κι εκτός, με την ολάνθιστη αυλή του να κλέβει την παράσταση.

Τραπέζια κάτω από εσπεριδοειδή και τις ελιές, με ένα σκηνικό που σε κάνει να διερωτάσαι – αλήθεια τώρα – βρίσκεσαι στην εξοχή ή στο κέντρο της πόλης; Γεράνια και πετούνιες σε πλήρη άνθιση, χρώματα και αρώματα που δεν μένουν μόνο στο μάτι· ανθίζουν, τρόπον τινά, και μέσα σου.

Ο σεφ Βαρνάβας Ηλίας και η ομάδα του, σε πλήρη φόρμα, έδωσαν ξανά ένα μικρό ρεσιτάλ μαγειρικής. Αγάπη στην πρώτη ύλη, ακρίβεια στο ψήσιμο, αρώματα σχάρας και ξυλόφουρνου που μπλέκονται σχεδόν ποιητικά, πιάτα “χορταστικά”, με ουσία και χαρακτήρα. Και το πιο σημαντικό: η εναλλαξιμότητα της κάρτας – με πάμπολλα πιάτα ημέρας – κρατά το ενδιαφέρον ζωντανό, ακόμη κι αν είσαι τακτικός θαμώνας.

Εκεί κι ο Θωμάς. Παρών, όπως πάντα. Με το χαμόγελο και την ηρεμία του καπετάνιου που ξέρει καλά να πλοηγεί το καλοτάξιδο “καράβι” του, ακόμη κι όταν αυτό είναι γεμάτο μέχρι το τελευταίο τραπέζι.

Μπήκαμε και στη walk-in κάβα – εμπειρία από μόνη της – και επιλέξαμε τα κρασάκια μας, με επιλογές που καλύπτουν κάθε διάθεση. Το σέρβις; Φιλικότατο, γρήγορο, με χαμόγελα που δεν φοριούνται – βγαίνουν αυθόρμητα. Γνώση για το κάθε τι, άψογη επικοινωνία κουζίνας και σάλας, και μια ομάδα πολυπληθής, με πρόσωπα γνώριμα από την πρώτη κιόλας μέρα λειτουργίας. Αυτό λέει πολλά.

Στο τραπέζι μας κατέφθασαν πιάτα τόσο από τη βασική κάρτα όσο και από τα πιάτα ημέρας. Ψωμάκι φρέσκο, ελίτσες και πιπεράκι για να ανοίξει η όρεξη – απλά και τίμια, όπως πρέπει. Ο λευκός ταραμάς, με θρυμματισμένο αυγοτάραχο Τρικαλινός και σχοινόπρασο, σταθερή αξία. Κρεμώδης, ισορροπημένος, από εκείνες τις αλοιφές που δεν τις σκέφτεσαι – τις παραγγέλνεις τυφλά.

Η σαλάτα με τις ζουμερές ντομάτες μαρμάντα, το χαλίτζι, τη γλιστρίδα και τους άγριους πάγκαλους είχε αυτή την ήπια οξύτητα που καθαρίζει τον ουρανίσκο και σε προετοιμάζει όμορφα για τη συνέχεια. Η πίτα του ξυλόφουρνου… τι να πεις. Αν δεν τη βάλεις στο τραπέζι, θα πέσουν μούτρα. Και δικαίως.

Οι κολοκυθοκεφτέδες, κριτσανιστοί με κάθε σημασία της λέξης, με σωστά μπαλανσαρισμένο κολοκύθι, φέτα και αρωματικά, έδεναν ιδανικά με το ντιπ γιαουρτιού που είχε μια διακριτική νότα μοσχοκάρυδου. Και μετά, θάλασσα. Αχνιστές, φρέσκες κυπριακές γαρίδες, με αρωματικά και αγουρέλαιο – ένα πιάτο που δεν φωνάζει, αλλά σε κερδίζει με τη φυσικότητά του. Ένα πάντρεμα γης και θάλασσας, χωρίς περιττές προσθήκες.

Η σχάρα πήρε μπρος για τα καλά με τις σουπιές στα κάρβουνα, κομμένες σε ροδέλες, με εκείνο το ελαφρύ κάψιμο που δίνει χαρακτήρα και άρωμα.

Και κάπου εκεί, έρχονται τα al dente rigatoni, δεμένα με μια κρεμώδη σος εμπνευσμένη από τις παραδοσιακές ραβιόλες, συνοδευμένα από ένα ξυλάκι κοτόπουλο σουβλάκι από μπούτι. Τρυφερό – τόσο που σχεδόν λιώνει. Ένα πιάτο που μοιάζει απλό, αλλά δεν είναι. Και τελειώνει πιο γρήγορα απ’ όσο θα ήθελες.

Το χοιρινό κοκκινιστό, σιγομαγειρεμένο, με σέλινο και σπανακόρυζο, κουβαλούσε όλη τη θαλπωρή της παραδοσιακής κουζίνας. Από εκείνα που σε κάνουν να σωπαίνεις για λίγο και να τρως, μέχρι που μένει λίγη σαλτσούλα στον πάτο του πιάτου… για να την αρπάξει κι εκείνη, κάνοντας παπάρα, ο πιο τολμηρός της παρέας.

Και πάμε και στα γλυκά, που είναι κι αυτά αγαπησιάρικα, γλυκά με μέτρο και, προπάντων, καλοφτιαγμένα. Το βάσκικο cheesecake, ολόφρεσκο, από τα καλύτερα που δοκιμάσαμε στο νησί. Υφή βελούδινη, γεύση γεμάτη και ολοκληρωμένη. Ο μπακλαβάς, σταθερή αξία κάθε φορά, με άφθονο – και το εννοώ – φιστίκι Αιγίνης και παγωτό μαστίχα, έκλεισε το γεύμα με παραδοσιακή ένταση και γλύκα μαζί.

Και σαν επίλογος, ένα σφηνάκι μαστίχα. Έτσι απλά, για να αρωματίσεις το στόμα και να κρατήσεις λίγο ακόμη τη στιγμή.

Φεύγοντας, δεν λες ότι πέρασες καλά. Είναι μάλλον αυτό το αίσθημα της γλυκιάς πληρότητας που σου αφήνει ένα τραπέζι όταν όλα – μα όλα – έχουν κουμπώσει σωστά. Οι γεύσεις μένουν ακόμη ζωντανές, τα αρώματα της σχάρας και του ξυλόφουρνου σε ακολουθούν διακριτικά και πιάνεις τον εαυτό σου να ανατρέχει, σχεδόν ασυναίσθητα, σε μπουκιές και γεύσεις που ξεχώρισαν.

Στη Μπέμπα δεν πας απλώς για να φας. Πας για να νιώσεις. Για να καθίσεις λίγο παραπάνω, να γελάσεις, να μοιραστείς, να σηκώσεις ένα ακόμη ποτήρι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Και κάπως έτσι, φεύγεις με την αίσθηση ότι άφησες πίσω σου κάτι όμορφο – αλλά πήρες μαζί σου ακόμη περισσότερα.

Πινδάρου 2, Λευκωσία, 1060
22 252626

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ «ΠΟΛΥΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΕΝΟΥ» (ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΘΗΕΝΟΥ) ΣΤΗΝ ΑΘΗΕΝΟΥ

Ο Δήμος Αθηένου με ιδιαίτερη ικανοποίηση ανακοινώνει ότι θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια του Πολεοδομικού Έργου «Πολυλειτουργικό Πολιτιστικό Κέντρο» (πρώην Δημοτική Αγορά Αθηένου) την Πέμπτη 14