
Εκείνο το τραπέζι στην είσοδο, απέναντι από την τοιχογραφία της γραφικής γιαγιάς, που από τότε που ήτανε μάλλον κι αυτή μπέμπα, ζύμωνε και μαγείρευε με πάθος και θαυμασμό, έγραφε το όνομά μας.
Και από εκεί, τα μάτια μας δεν σταματούσαν να κάνουν βόλτες.
Από τη μία οι παρέες που σηκώνονταν από τα τραπέζια, με εκείνο το γνώριμο χαμόγελο του “περάσαμε, όπως πάντα ωραία”, και σχεδόν πριν προλάβουν να αποχαιρετήσουν, άλλες παρέες να καταφθάνουν για να ξαναγεμίσουν τις ίδιες καρέκλες. Από την άλλη, το μπαρ σε διαρκή κινητικότητα, ποτήρια να γεμίζουν, cocktail να ανακατεύονται και η σομελιέ να μπαινοβγαίνει στην κάβα για να φέρει τα κρασάκια που είχαν ήδη διαλεχτεί για τους οινολάτρεις, αλλά και για το δικό μας τραπέζι.

Και πίσω, ο κήπος.
Τα δέντρα-ομπρέλες, από κάτω τους παρέες να γλεντοκοπούν, άλλοι να γιορτάζουν, άλλοι να αγκαλιάζονται, άλλοι να σβήνουν κεράκια. Μια μικρή, καθημερινή γιορτή, που το Σαββατόβραδο της Μπέμπας την κάνει ακόμη πιο έντονη.
Γεμάτη η σάλα, γεμάτος ο κήπος, γεμάτο το μπαρ και, κάπου εκεί μέσα σε όλη αυτή την όμορφη ατμόσφαιρα, ο σεφ Βαρνάβας Ηλία στο πόστο του, να καθοδηγεί τη μεγάλη μπριγάδα του. Άλλοι στον ξυλόφουρνο, άλλοι στις σχάρες, άλλοι στα τηγάνια, άλλοι στην κρύα κουζίνα και άλλοι να βάζουν τις τελευταίες πινελιές στα γλυκά. Μια ολόκληρη μηχανή, που δουλεύει συντονισμένα και – το σημαντικότερο – χωρίς να σου μεταφέρει το παραμικρό από τον φόρτο της.
Εμείς το ρίξαμε για λίγο στη μελέτη. Πήραμε και τις δύο κάρτες στα χέρια, τη βασική, αλλά και εκείνη με τα πιάτα ημέρας, που στην Μπέμπα, σε ενημερώνω, δεν είναι διακοσμητική. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η κουζίνα συνομιλεί καθημερινά με την αγορά, την εποχή, τη θάλασσα και ό,τι καλό βρεθεί μπροστά της.
Ρωτήσαμε, ακούσαμε εισηγήσεις, πήραμε γνώμες από τη σομελιέ και διαλέξαμε κρασάκια από Ελλάδα και Κύπρο, ώστε να κάνουν παρέα στις γεύσεις που θα ακολουθούσαν. Η Μπέμπα άλλωστε διαθέτει πλέον και walk-in κάβα, με το wine list της να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον κυπριακό και ελληνικό αμπελώνα, αλλά και με αρκετές διεθνείς επιλογές.
Και ξεκινήσαμε με ψωμί. Μα τι ψωμί!
Προζυμένιο ψωμάκι ημέρας, ζυμωμένο με πιπεριά jalapeño και gouda, που είχε περάσει για λίγο από τα κάρβουνα. Όχι για να ζεσταθεί, αλλά τόσο όσο για να πάρει εκείνη τη διακριτική καπνιά και να αποκτήσει ένα δεύτερο επίπεδο αρώματος. Το jalapeño να τσιγκλάει διακριτικά, το gouda να λιώνει μέσα του και το προζύμι να κρατάει τον χαρακτήρα. Πρωτοτυπότατο ξεκίνημα.

Η σαλάτα ημέρας έφερε μαζί της όλη την εποχή.
Ζουμερές και ώριμες ντομάτες Μαρμάντα, θρυμματισμένη burrata, φρέσκα σύκα χωρίς τη φλούδα τους και άγρια γλιστρίδα. Κύπρος και Ιταλία στο ίδιο πιάτο, με τα σύκα να δίνουν εκείνη τη φυσική γλύκα και τη γλιστρίδα να επαναφέρει την ισορροπία. Δεν ήταν απλώς μια ωραία σαλάτα. Ήταν μια μικρή δήλωση εποχικότητας, από αυτές που σου θυμίζουν πως όταν η πρώτη ύλη είναι στα καλά της, δεν χρειάζεται να την καμουφλάρεις.

Και ύστερα, θάλασσα.
Φρέσκες καραβίδες στη σχάρα, ανοιγμένες σαν πεταλούδα, με βινεγκρέτ, κονκασέ ντομάτας και αρωματικά. Η γλύκα τους, ιδιαίτερα κοντά στο κεφάλι, ήταν τέτοια που πιάσαμε το ψωμάκι και αρχίσαμε την παπάρα, χωρίς καμία απολύτως ντροπή. Εκείνο το οβάλ σερβίτσιο δεν έπρεπε να αφήσει ούτε σταγόνα γλύκας να πάει στη λάντζα. Και δεν άφησε.

Ο τόνος, αυτή τη φορά, ήρθε αλλιώς.
Bluefin, σε λεπτό κόψιμο τύπου carpaccio, με σκελίδες εσπεριδοειδών, φύκια, αγουρέλαιο και φρεσκοαλεσμένο πιπεράκι. Η πρώτη ύλη εδώ είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Το εσπεριδοειδές άγγιγμα έφερε τη φρεσκάδα, τα φύκια μια θαλασσινή αλμύρα και το αγουρέλαιο εκείνη την πράσινη, πιπεράτη ένταση που δένει τόσο όμορφα με έναν λιπαρό τόνο. Πιάτο-εκλέκτης ποιότητας, χωρίς περιττές φωνές.

Και βέβαια, υπάρχει και η πίτα.
Στην Μπέμπα δεν ξέρω αν υπάρχει νόμος που να επιβάλλει την παρουσία της στο τραπέζι μας, αλλά αν δεν υπάρχει, πρέπει να θεσπιστεί. Η πίτα στον ξυλόφουρνο με πράσο και γραβιέρα αποτελεί πλέον κάτι περισσότερο από πιάτο. Είναι σταθερή ιεροτελεστία.

Η συνέχεια κατέβασε λίγο τους τόνους και ανέβασε τη θαλπωρή.
Ελληνικό χυλοπιτάκι με short rib βοδινό, τόσο τρυφερό που μόλις το πλησίαζες με το πιρούνι σου, σχεδόν παραδινόταν από μόνο του. Ο βοδινός ζωμός που αρωμάτισε το παραδοσιακό ζυμαρικό είχε ενισχυθεί με Κουμανδαρία, δίνοντας στο πιάτο βάθος, γλυκύτητα και εκείνη τη χαρακτηριστική κυπριακή υπογραφή που σε κάνει να λες “ναι”, αυτό εδώ δεν θα μπορούσε να έχει φτιαχτεί οπουδήποτε αλλού.

Από τα κάρβουνα, κατευθείαν στο τραπέζι μας, ήρθε ένα φρεσκότατο καλαμάρι.
Άψογα ψημένο, με σωστό δάγκωμα και εκείνη τη μυρωδιά της σχάρας που σε προετοιμάζει πριν ακόμη φτάσει στο στόμα. Κάθισε πάνω σε φαγόπυρο, που αυτή τη φορά μίλησε κι αυτό κυπριακά, αγγιγμένο με σος Κουμανδαρίας. Ένα πιάτο όπου η θάλασσα συνάντησε τη γη και, αντί να ανταγωνιστούν, τα βρήκαν μια χαρά μεταξύ τους.

Κι επειδή στην Μπέμπα η έξοδος χωρίς γλυκό θεωρείται μάλλον ελαφρύ γαστρονομικό ατόπημα, δεν φύγαμε χωρίς να ανοίξουμε και αυτό το κεφάλαιο.
Το semifreddo με Mövenpick espresso παγωτό και σοκολατένιο σος ήρθε πρώτο και γλύκανε πιότερο τη διάθεσή μας. Καφές και σοκολάτα σε ένα παιχνίδι που πατάει στη γνώριμη απόλαυση, αλλά σερβίρεται με εκείνη τη δροσερή, ανάλαφρη λογική που θέλεις στο τέλος ενός μεγάλου δείπνου.

Και μετά, το μαχαλεπί.
Το απόλυτο κυπριακό, άγλυκο γλυκό. Γιατί εδώ η γλύκα βρίσκεται περισσότερο στο άρωμα και στην ανάμνηση παρά στην υπερβολική ζάχαρη. Έφτασε παρέα με παγωτό τριαντάφυλλο, που του έδωσε μια αρωματική, σχεδόν νοσταλγική έξοδο, αλλά και άφθονα παγάκια στο πιάτο για να κρατάνε τη δροσιά μέχρι και την τελευταία κουταλιά.

Κι όταν πια τελειώσαμε, κάναμε αυτό που κάνουμε συχνά στην Μπέμπα. Μείναμε λίγο ακόμη.
Γιατί δύσκολα σηκώνεσαι βιαστικά από ένα τραπέζι όταν γύρω σου βλέπεις άλλους να ξεκινούν το ταξίδι, το μπαρ να συνεχίζει ακάθεκτο, την κάβα να ανοίγει και να κλείνει, την κουζίνα να δουλεύει ακόμη με τις ίδιες στροφές και τον κήπο να κρατά τις παρέες του σαν να μην υπάρχει αύριο.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο κατόρθωμα της Μπέμπας.
Δεν έγινε αγαπημένη επειδή έφτιαξε ένα-δυο πιάτα που έγιναν μόδα. Έγινε αγαπημένη γιατί κατάφερε να κάνει την εποχικότητα καθημερινή υπόθεση, την ελληνική και κυπριακή κουζίνα, σύγχρονη, χωρίς να της αφαιρέσει την ψυχή και το εστιατόριο έναν χώρο όπου θέλεις να επιστρέφεις.
Τι Σαββάτο, τι καθημερινή λοιπόν;
Κι εσύ, αν έχεις πάει ήδη, ξέρεις.
Αν δεν έχεις πάει, βάλε το στο πρόγραμμα.
Πινδάρου 2, Λευκωσία, 1060

Εκείνο το τραπέζι στην είσοδο, απέναντι από την τοιχογραφία της γραφικής γιαγιάς, που από τότε που ήτανε μάλλον κι αυτή μπέμπα, ζύμωνε και μαγείρευε με

Υπάρχει άραγε πιο μικρή… τραγωδία στην κουζίνα από ένα κρεμμύδι; Το κόβεις με την καλύτερη διάθεση και, πριν προλάβεις να το καταλάβεις, τα μάτια αρχίζουν

Υπάρχουν κάποιες μελωδίες που μένουν για πάντα μέσα μας. Συνοδεύουν τις παιδικές μας αναμνήσεις, αγαπημένες κινηματογραφικές ταινίες, γιορτές, ταξίδια και στιγμές που καθόρισαν τη ζωή

Στα μενού των εστιατορίων συναντάμε πιάτα που απαιτούν δεκάδες υλικά, περίπλοκες τεχνικές, πολλές ώρες προετοιμασίας και εξειδικευμένο εξοπλισμό………….. Και υπάρχει από την άλλη και το

Μια ξεχωριστή μουσική συνάντηση με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Νταλάρα και σημείο αναφοράς το διαχρονικό ρεμπέτικο τραγούδι Ο Γιώργος Νταλάρας επιστρέφει στην Κύπρο και αυτή τη
