Labstelle: Εκεί όπου η αυστριακή γαστρονομία αποκτά σύγχρονη ταυτότητα και κάθε πιάτο αφηγείται τη δική του ιστορία – Michelin Guide restaurant (Also in English)

Σε μια πόλη που τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς σε μία από τις σημαντικότερες γαστρονομικές πρωτεύουσες της Ευρώπης, υπάρχουν εστιατόρια που δεν ακολουθούν απλώς την εξέλιξη, αλλά συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωσή της. Το Labstelle ανήκει δικαιωματικά σε αυτή την κατηγορία. Με απόλυτο σεβασμό στην εποχικότητα, στους μικρούς Αυστριακούς παραγωγούς και στην αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, δημιουργεί μια εμπειρία που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη δημιουργική κουζίνα, αποδεικνύοντας πως η υψηλή γαστρονομία δεν χρειάζεται εντυπωσιασμούς για να σε κερδίσει.
 
 
Μία ανάσα μόλις από τον επιβλητικό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου, στο απόλυτο ιστορικό κέντρο της Βιέννης και στην όμορφη πλατεία Lugeck, το Labstelle αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους γαστρονομικούς προορισμούς της αυστριακής πρωτεύουσας. Από το πρώτο κιόλας βήμα αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ τίποτα δεν γίνεται τυχαία.
 
 
Εμείς επιλέξαμε να καθίσουμε στο πανέμορφο innerhof, μια εσωτερική μακρόστενη αυλή που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από σελίδες αρχιτεκτονικού περιοδικού. Ψηλά αναρριχητικά φυτά, που σκαρφαλώνουν επάνω σε συρμάτινες κατασκευές μέχρι και τον τέταρτο όροφο των γύρω κτιρίων, δημιουργούν μια καταπράσινη κάθετη όαση, ενώ οι πολύχρωμες ομπρέλες που φαίνονται να αιωρούνται πάνω από τα τραπέζια χαρίζουν παιχνιδιάρικο χαρακτήρα. Μια φαινομενικά συνηθισμένη στοά, έχει μεταμορφωθεί με περισσή μαεστρία σε έναν από τους πιο ατμοσφαιρικούς χώρους εστίασης που συναντήσαμε στη Βιέννη.
 
 
Η φιλοσοφία του Labstelle είναι ξεκάθαρη. Εποχικότητα, βιωσιμότητα και απόλυτος σεβασμός στους μικρούς Αυστριακούς παραγωγούς. Εδώ σχεδόν κάθε προϊόν έχει ταυτότητα και ιστορία. Τα ψάρια, τα λαχανικά, τα βότανα, τα τυριά, ακόμη και το εξαιρετικό ψωμί που ψήνεται καθημερινά στον δικό τους φούρνο, προέρχονται από παραγωγούς που η ομάδα γνωρίζει προσωπικά. Δεν πρόκειται για ένα ακόμη εστιατόριο που χρησιμοποιεί τη λέξη “sustainability” ως διαφημιστικό σύνθημα. Την υπηρετεί καθημερινά.
 
 
Την κουζίνα διευθύνει από το 2022 ο ταλαντούχος executive chef Matthias Hausburg, κάτοχος δύο σκούφων Gault & Millau και της διάκρισης “Top Chef” από το Rolling Pin. Δίπλα του βρίσκεται ο sous-chef Theo Gkountis, ένας εξαιρετικά δημιουργικός Έλληνας σεφ, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας εδώ και οκτώ χρόνια, μεταφέροντας διακριτικά τη μεσογειακή του ψυχή στις δημιουργίες της κουζίνας.
 
Το γαστρονομικό μας ταξίδι ξεκίνησε ιδανικά με ποτήρια αφρώδους οίνου και το περίφημο σπιτικό organic sourdough bread, που συνοδευόταν από ένα υπέροχο οργανικό βούτυρο ενισχυμένο με miso. Ψωμί με βαθιά γεύση, εξαιρετική κυψέλωση και τραγανή κόρα, από εκείνα που δύσκολα σταματάς στο ένα τεμάχιο.
 
 
Λίγο αργότερα κατέφθασε ένα δροσερό amuse bouche, με πρωταγωνιστές το αγγούρι και το αχλάδι. Ανάλαφρο, αρωματικό και τόσο αναζωογονητικό, που λειτούργησε σαν τον ιδανικό πρόλογο για όσα θα ακολουθούσαν.
 
 
 
Το πρώτο ορεκτικό ήταν το Beef Tartare από μοσχαρίσιο sirloin. Ένα πιάτο που δεν προσπάθησε να εντυπωσιάσει με περίτεχνες τεχνικές ή αχρείαστες εντάσεις. Επέλεξε τον δρόμο της καθαρής γεύσης. Το βιολογικό κροκάδι αυγού που σπάσαμε και ανακατέψαμε με το όλο σύνολο, τα οργανικά μανιτάρια shiitake και το τυρί Belper Knolle, συνυπήρχαν με απόλυτη ισορροπία, αφήνοντας το εξαιρετικής ποιότητας βοδινό να διατηρεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
 
 
Το προζυμένιο ψωμί, αλειμμένο με βούτυρο νοτισμένο με μυελό των οστών, απογείωνε κάθε μπουκιά, προσθέτοντας βάθος, βουτυράτη υφή και μια υπέροχη διάρκεια στην επίγευση. Ένα από τα πιο ολοκληρωμένα beef tartare που δοκιμάσαμε τους τελευταίους μήνες. Στο ποτήρι μας, το Annita Nittnaus Hans 2024 Kalk & Schiefer Weiss αποδείχθηκε μια εξαιρετική επιλογή. Η ορυκτότητά του και η ζωηρή οξύτητά του καθάριζαν ιδανικά τον ουρανίσκο, προετοιμάζοντάς τον για κάθε επόμενη μπουκιά.
 
 
Το δεύτερο ορεκτικό κινήθηκε σε εντελώς διαφορετική γευστική κατεύθυνση. Το μαριναρισμένο pike-perch (λουτσόπερκα)από την Böhmerwald Fisch έφερε στο τραπέζι όλη τη φρεσκάδα της αυστριακής φύσης. Το pak choi κρατούσε ευχάριστη τραγανότητα, το πορτοκάλι χάριζε ζωντάνια και ευγενική γλυκύτητα, ενώ ο αμάρανθος πρόσθετε διακριτική υφή χωρίς να αποσπά την προσοχή από το φίνο ψάρι. Εδώ μιλάμε για μια σύνθεση με καθαρότητα, ακρίβεια και αξιοζήλευτη ισορροπία, που σε έκανε να σταματάς για λίγο την κουβέντα ώστε να αφιερωθείς αποκλειστικά στις γεύσεις του. Δίπλα του, το Dürnberg Falkenstein Riesling από το Weinviertel απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί η συγκεκριμένη ποικιλία θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λευκές της Αυστρίας. Τα αρώματα lime, λεμονιού και λευκού ροδάκινου, η χαρακτηριστική ορυκτότητα και η μακριά, καθαρή επίγευσή του έδεσαν υποδειγματικά με το μαριναρισμένο ψάρι και τα εσπεριδοειδή του πιάτου. Ένα ονειρικό πάντρεμα που θα το πρότεινα χωρίς δεύτερη σκέψη.
 
 
 
Στα κυρίως, ξεκινήσαμε με το εθνικό πιάτο της Αυστρίας ή πιο συγκεκριμένα, της Βιέννης. Το Wiener Schnitzel από βιολογικό μοσχάρι απέδειξε πως ακόμη και το πιο κλασικό πιάτο μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα όταν η πρώτη ύλη και η τεχνική βρίσκονται σε τόσο υψηλό επίπεδο. Η εξωτερική του κρούστα ήταν λεπτή, κριτσανιστή και ομοιόμορφα χρυσαφένια, χωρίς ίχνος λιπαρότητας, ενώ το κρέας παρέμενε απίστευτα τρυφερό και ζουμερό. Οι πατάτες με μαϊντανό, η βελούδινη parsley mayonnaise και το διακριτικά αλατισμένο λεμόνι ολοκλήρωναν ένα πιάτο που δεν είχε καμία ανάγκη από γαστρονομικές υπερβολές για να ξεχωρίσει. Το Chardonnay Stift Altenburg Ried Limberg Dreissigviertel 2023 συνόδευσε ιδανικά το schnitzel, προσφέροντας φρεσκάδα, όμορφη δομή και αρκετό όγκο ώστε να σταθεί απέναντι στη βουτυράτη νοστιμιά του πιάτου, χωρίς ποτέ να τη σκεπάσει.
 
 
Το δεύτερο κυρίως, ο σιγοψημένος αρκτικός πεστροφοσολομός από το Gut Dornau, ήταν ίσως το πιάτο που ανέδειξε περισσότερο τη φιλοσοφία της κουζίνας. Το ψάρι είχε υποδειγματικό ψήσιμο και εκείνη τη μεταξένια υφή που μόνο η σωστή τεχνική μπορεί να χαρίσει. Το καπνισμένο κριθάρι πρόσθετε γήινο χαρακτήρα, τα κολοκυθάκια και η ντομάτα κρατούσαν τη φρεσκάδα του καλοκαιριού, ενώ η beurre blanc ένωνε διακριτικά όλα τα στοιχεία, αφήνοντας μια εξαιρετικά καθαρή και φίνα επίγευση. Από εκείνα τα πιάτα που δεν κουράζουν ούτε στην πρώτη ούτε στην τελευταία μπουκιά. Το Wiener Gemischter Satz DAC Ried Satzen Mauerberg 2019 του Zahel απέδειξε γιατί θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εκφράσεις του ιστορικού αμπελώνα της Βιέννης. Με πολυπλοκότητα, κομψότητα και αξιοθαύμαστη ισορροπία, συνόδευσε το ψάρι σχεδόν υποδειγματικά, ολοκληρώνοντας μία από τις πιο επιτυχημένες οινικές αρμονίες της βραδιάς.
 
 
Η συνέχεια δεν θα μπορούσε να κλείσει διαφορετικά παρά μόνο με δύο επιδόρπια, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, που έδειξαν εμπράκτως ότι και το τελευταίο κεφάλαιο ενός δείπνου αξίζει την ίδια προσοχή με το πρώτο.
 
Τα Raspberry curd dumplings με ανάλαφρο αφρό βανίλιας είχαν όλη τη φρεσκάδα που ζητά κανείς από ένα καλοκαιρινό γλυκό. Η ελαφριά οξύτητα του βατόμουρου ισορροπούσε υπέροχα με τη βανίλια, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα φίνο, δροσερό και καθόλου φορτωμένο. Ένα επιδόρπιο που έκλεινε όμορφα τον κύκλο των αλμυρών γεύσεων, αφήνοντας μια καθαρή και ευχάριστη επίγευση.
 
 
Στον αντίποδα, η πιατέλα με τα επιλεγμένα ελβετικά τυριά, συνοδευμένα από σπιτικό ψωμί με μήλο και chutney μουστάρδας, απευθυνόταν περισσότερο στους λάτρεις των ώριμων γεύσεων. Η ένταση των τυριών, η φυσική γλυκύτητα του ψωμιού και η πικάντικη προσωπικότητα του chutney έπαιζαν διαρκώς με τον ουρανίσκο, αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές το ιδανικό επιδόρπιο δεν χρειάζεται σοκολάτα ή ζάχαρη για να σε κερδίσει. Το ροζέ Petillant Naturel Rouge της Christina συνόδευσε ιδανικά και τις δύο επιλογές, με τις ζωηρές φυσαλίδες και τον φρουτώδη χαρακτήρα του να χαρίζουν φρεσκάδα μέχρι την τελευταία γουλιά.
 
 
Εκεί όμως που το Labstelle κερδίζει ακόμη περισσότερους πόντους είναι στην ομάδα των ανθρώπων του. Η εξυπηρέτηση ήταν υποδειγματική, χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Φιλική, αυθεντική, ανθρώπινη. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή ένιωθες ότι απέναντί σου βρίσκονταν άνθρωποι που αγαπούν πραγματικά τη δουλειά τους και χαίρονται να σε φιλοξενούν. Οι χρόνοι ανάμεσα στα πιάτα ήταν σχεδόν ιδανικοί, η επικοινωνία ανάμεσα στη σάλα και την κουζίνα υποδειγματική και κάθε πιάτο έφθανε στο τραπέζι ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε.
 
Όσον αφορά την κουζίνα, ξεχωριστή μνεία αξίζουν στις σάλτσες της κουζίνας. Δουλεμένες με ακρίβεια, χωρίς υπερβολές, λειτουργούσαν πάντοτε υποστηρικτικά και ποτέ ανταγωνιστικά προς την πρώτη ύλη. Το ίδιο ισχύει και για τα ψησίματα, τα οποία μαρτυρούσαν εμπειρία, τεχνική και απόλυτο έλεγχο της κουζίνας. Και αυτό που κράτησα περισσότερο, ήταν οι όμορφες, καθαρές επιγεύσεις που άφηνε κάθε πιάτο. Τίποτα βαρύ, τίποτα κουραστικό. Μόνο γεύσεις που σε ακολουθούσαν για αρκετή ώρα μετά από κάθε μπουκιά.
 
Καταληκτικά, επαναλαμβάνω ότι η Βιέννη έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες γαστρονομικούς προορισμούς της Ευρώπης και το Labstelle αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποδείξεις αυτής της εξέλιξης. Ένα εστιατόριο που τιμά την αυστριακή γη, στηρίζει τους μικρούς παραγωγούς της, δημιουργεί με φαντασία, μαγειρεύει με σεβασμό και σε κάνει να νιώθεις ευπρόσδεκτος από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό της παρουσίας σου.
 
Αν βρεθείς στη Βιέννη και αγαπάς την αυθεντική, σύγχρονη αυστριακή γαστρονομία, κράτησέ το ψηλά στη λίστα σου. Όχι επειδή είναι μοδάτο και trendy. Αλλά γιατί είναι από εκείνα τα εστιατόρια που έχουν προσωπικότητα, συνέπεια και ουσία. Και αυτά, τελικά, είναι που μένουν περισσότερο στη μνήμη.
 
Lugeck 6, 1010 Βιέννη, Αυστρία
+4312362122
 
REVIEW IN ENGLISH
 
Labstelle: Where modern Austrian cuisine comes to life – A Michelin Guide Restaurant
 
In a city that has rapidly evolved into one of Europe’s most exciting culinary capitals, there are restaurants that do more than simply follow the gastronomic movement—they actively help shape it. Labstelle unquestionably belongs to that select group. With an unwavering commitment to seasonality, small Austrian producers, and the integrity of every ingredient, it delivers a dining experience that perfectly balances tradition with contemporary creativity, proving that exceptional cuisine doesn’t need unnecessary theatrics to leave a lasting impression.
 
 
Just a short stroll from the magnificent St. Stephen’s Cathedral, in the heart of Vienna’s historic centre on the charming Lugeck Square, Labstelle has established itself as one of the Austrian capital’s most compelling dining destinations. From the very first moment you step inside, it becomes clear that nothing here has been left to chance.
 
 
We chose to sit in the restaurant’s beautiful Innenhof, a long, elegant courtyard that looks as though it has been lifted straight from the pages of an architectural magazine. Towering climbing plants stretch upwards along wire trellises to the fourth floor of the surrounding buildings, creating a lush vertical garden, while colourful umbrellas suspended above the tables add a playful touch to the atmosphere. What was once an ordinary passageway has been transformed with remarkable vision into one of the most atmospheric outdoor dining spaces we encountered in Vienna.
 
 
Labstelle’s philosophy is refreshingly clear: seasonality, sustainability and complete respect for Austria’s small-scale producers. Here, almost every ingredient has its own identity and story. The fish, vegetables, herbs, cheeses and even the outstanding bread, baked fresh daily in the restaurant’s own bakery, come from producers the team knows personally. This is not another restaurant using the word “sustainability” as a marketing slogan. It is a philosophy they genuinely live by every single day.
 
 
Since 2022, the kitchen has been led by Executive Chef Matthias Hausburg, recipient of two Gault & Millau toques and Rolling Pin’s prestigious “Top Chef” award. Alongside him is Sous Chef Theo Gkountis, an exceptionally talented Greek chef who has been an integral part of the team for the past eight years, subtly weaving his Mediterranean roots into the restaurant’s contemporary Austrian cuisine.
 
 
Our culinary journey began on the perfect note with glasses of sparkling wine accompanied by the restaurant’s celebrated organic sourdough bread, served alongside an outstanding organic miso butter. Deeply flavoured, beautifully fermented, with an airy crumb and an irresistibly crisp crust, it was the kind of bread that makes stopping after a single slice almost impossible.
 
 
Moments later, a refreshing amuse-bouche arrived, showcasing cucumber and pear in a light, aromatic and beautifully refreshing composition that served as the perfect introduction to the courses that followed.
 
 
Our first starter was the Beef Tartare, prepared with premium beef sirloin. Rather than relying on elaborate techniques or unnecessary complexity, this dish celebrated purity of flavour. Organic egg yolk, mixed into the tartare at the table, organic shiitake mushrooms and finely grated Belper Knolle cheese came together in perfect harmony, allowing the exceptional quality of the beef to remain centre stage. The accompanying sourdough bread, generously spread with bone marrow butter, elevated every bite, adding richness, silky texture and remarkable depth of flavour. Without question, this was one of the finest beef tartares we have enjoyed in recent months. In the glass, the Annita Nittnaus Hans 2024 Kalk & Schiefer Weiss proved to be an inspired pairing. Its vibrant acidity and pronounced minerality refreshed the palate beautifully, preparing it for every subsequent bite.
 
 
The second starter took us in an entirely different direction. Marinated pike-perch from Böhmerwald Fisch captured the freshness of the Austrian countryside. Crisp pak choi provided texture, orange introduced brightness and delicate sweetness, while amaranth contributed a subtle earthiness without distracting from the beautifully delicate fish. This was a composition defined by precision, purity and remarkable balance—one of those dishes that naturally pauses conversation as your full attention shifts to the flavours on the plate.
 
 
Alongside it, the Dürnberg Falkenstein Riesling from Weinviertel demonstrated once again why this grape variety is considered one of Austria’s greatest white wine expressions. Aromas of lime, lemon and white peach, combined with vibrant minerality and a long, clean finish, complemented both the marinated fish and the citrus elements with remarkable precision. A pairing I would recommend without hesitation.
 
 
 
The main courses began with Austria’s most iconic dish—or, more accurately, Vienna’s signature culinary classic. The Wiener Schnitzel, prepared with organic veal, demonstrated that even the most traditional recipe can become extraordinary when exceptional ingredients meet flawless technique. Its coating was delicately crisp, evenly golden and remarkably light, with no trace of excess oil, while the veal remained wonderfully tender and succulent. Served with parsley potatoes, a silky parsley mayonnaise and lightly cured lemon, it was a dish that required no unnecessary embellishment to make a lasting impression. The accompanying Chardonnay Stift Altenburg Ried Limberg Dreissigviertel 2023 was an excellent match, offering freshness, structure and enough body to complement the buttery richness of the schnitzel without ever overpowering it.
 
 
Our second main course, slow-cooked Arctic char from Gut Dornau, perhaps best captured the philosophy of Labstelle’s kitchen. The fish was cooked with absolute precision, revealing the silky texture that only expert technique can achieve. Smoked barley added gentle earthy notes, zucchini and tomato brought vibrant summer freshness, while the beurre blanc elegantly tied every component together, leaving behind a beautifully refined and exceptionally clean finish. It was one of those dishes that remains just as captivating with the final bite as it is with the first.
 
 
The Wiener Gemischter Satz DAC Ried Satzen Mauerberg 2019 from Zahel demonstrated why it is regarded as one of the finest expressions of Vienna’s historic vineyards. Complex yet elegant, with outstanding balance, it paired almost flawlessly with the Arctic char, creating one of the evening’s most memorable food and wine combinations.
 
The meal concluded with two desserts that couldn’t have been more different, yet together perfectly illustrated that the final chapter of a great dinner deserves every bit as much attention as the opening one.
 
The Raspberry Curd Dumplings with light vanilla foam delivered exactly the freshness one hopes for in a summer dessert. The lively acidity of the raspberries was beautifully balanced by the delicate sweetness of the vanilla, creating a dessert that felt elegant, refreshing and never overly rich. It provided a graceful conclusion to the savoury courses while leaving the palate clean and pleasantly refreshed.
 
 
At the opposite end of the spectrum was a carefully selected assortment of Swiss cheeses, served with house-made apple bread and mustard chutney. Designed for lovers of mature, complex flavours, it offered a fascinating interplay between the intensity of the cheeses, the natural sweetness of the bread and the gently spicy character of the chutney. It served as a reminder that the perfect dessert doesn’t necessarily require chocolate or sugar to satisfy.
 
 
Both desserts were paired with Christina’s Pétillant Naturel Rouge Rosé, whose lively bubbles and vibrant fruit character brought freshness and elegance to the very last sip.
 
Where Labstelle earns even greater admiration, however, is through its people. Service throughout the evening was exemplary without ever feeling formal or rehearsed. Friendly, genuine and effortlessly warm, the entire team made us feel sincerely welcome from the moment we arrived until the moment we left. The pacing between courses was almost impeccable, communication between the dining room and the kitchen was seamless, and every plate arrived at exactly the right moment.
 
As for the cuisine itself, special recognition must go to the restaurant’s sauces. Executed with remarkable precision and admirable restraint, they consistently enhanced the ingredients rather than competing with them. The same can be said of the cooking techniques, which reflected experience, confidence and complete command of the kitchen. Above all, what stayed with me most were the beautifully clean, lingering finishes of each dish. Nothing felt heavy. Nothing became tiring. Every course left behind flavours that remained on the palate long after the final bite.
 
In closing, I can only reaffirm that Vienna has firmly established itself as one of Europe’s most exciting gastronomic destinations, and Labstelle stands as one of the city’s finest ambassadors. It is a restaurant that celebrates Austrian terroir, supports local producers, cooks with creativity and integrity, and makes every guest feel genuinely welcome from beginning to end.
 
If your travels bring you to Vienna and you appreciate authentic contemporary Austrian cuisine, Labstelle deserves a place at the very top of your dining list. Not because it follows trends, but because it possesses something far more valuable: character, consistency and substance. And in the end, those are the qualities that remain in your memory long after the meal is over.
 
Lugeck 6, 1010 Vienna, Austria
 +43 1 2362122

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

Labstelle: Εκεί όπου η αυστριακή γαστρονομία αποκτά σύγχρονη ταυτότητα και κάθε πιάτο αφηγείται τη δική του ιστορία – Michelin Guide restaurant (Also in English)

Σε μια πόλη που τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς σε μία από τις σημαντικότερες γαστρονομικές πρωτεύουσες της Ευρώπης, υπάρχουν εστιατόρια που δεν ακολουθούν

Τρεις σπουδαίες εικαστικές διαδρομές στη Γκαλερί Κυπριακή Γωνιά με έργα των Ανδρέα Ασπρόφτα, Στέλιου Βότση και Γκλυν Χιούζ

Η Γκαλερί Κυπριακή Γωνιά στη Λάρνακα φιλοξενεί την ομαδική έκθεση «Τρεις Διαδρομές – Τρεις Εικαστικές Φωνές», μια ενδιαφέρουσα εικαστική συνάντηση που φέρνει κοντά τρεις δημιουργούς με διαφορετική καλλιτεχνική

“Παραπάχυνε» η παιδική παχυσαρκία στην Κύπρο. Για τη σιωπηλή κρίση που μεγαλώνει μιλά στη Fine & Dine η διατροφολόγος Νεφέλη Γεωργίου

Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα πιο ανησυχητικά ζητήματα δημόσιας υγείας στην Κύπρο, με τα ποσοστά να καταγράφουν συνεχή αύξηση και να κατατάσσουν τη