Το Τσιγκέλι. Μια κυπριακή ταβέρνα με ψυχή, γενναιοδωρία και επιλεγμένες δημιουργικές γεύσεις. Η πρώτη μας επίσκεψη…

Είναι κάποιες βραδιές που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη αφορμή. Μια καλή παρέα, ένα ντόπιο κρασάκι, ένα τραπέζι γεμάτο μεζέδες και άνθρωποι που ξέρουν να σε φιλοξενούν. Κάπως έτσι βρεθήκαμε κι εμείς στο “Τσιγκέλι”, στην πλατεία του Δημαρχείου Αγίου Αθανασίου, εκεί όπου η παλιά κυπριακή κουλτούρα του μοιράσματος εξακολουθεί να έχει τον πρώτο λόγο. Μόνο που αυτή τη φορά είχαμε κι έναν επιπλέον λόγο να ανυπομονούμε: ο σεφ Χριστόδουλος Αβραάμ, που ανέλαβε πρόσφατα την κουζίνα, διατηρεί τον μερακλίδικο χαρακτήρα της ταβέρνας, βάζοντας παράλληλα τη δική του δημιουργική υπογραφή στο μενού.

Το πρώτο που σε κερδίζει είναι ο χώρος. Έξω, η αυλή απλώνεται στην πλατεία, κάτω από τον έναστρο ουρανό της Λεμεσού. Το καλοκαίρι, όπως εύκολα φαντάζεσαι, τα τραπέζια της σφύζουν από ζωή, ενώ ακόμη και τώρα, που οι θερμοκρασίες έχουν αρχίσει να πέφτουν, υπήρχαν εκείνοι οι τολμηροί που επέλεξαν να απολαύσουν τη βραδιά τους έξω.

Στο εσωτερικό, το ξύλο, οι πέτρινες επιφάνειες, τα εμφανή δοκάρια και οι ζεστές φωτιστικές λεπτομέρειες δημιουργούν ένα σκηνικό που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περιττές φιοριτούρες. Έχει τη θαλπωρή μιας παλιάς ταβέρνας, την οικειότητα ενός γνώριμου στεκιού και εκείνη την αίσθηση αυθεντικότητας που κάνει την παρέα να χαλαρώνει από τα πρώτα λεπτά.

Μεγάλες και μικρές παρέες, ζευγάρια και οικογένειες είχαν γεμίσει κάθε τραπέζι. Άλλοι είχαν στραφεί στις προσωπικές τους επιλογές, ενώ άλλοι προτίμησαν τους πλουσιοπάροχους μεζέδες, που παραμένουν βασικό κομμάτι της ταυτότητας του μαγαζιού. Κι εμείς…….., με διάθεση να δοκιμάσουμε όσο περισσότερα μπορούσαμε, επιλέξαμε να φτιάξουμε τον δικό μας γευστικό κύκλο, αφήνοντας χώρο τόσο στις γνώριμες κυπριακές γεύσεις όσο και στις πιο δημιουργικές προτάσεις του σεφ.

Ένα δροσερό λευκό κυπριακό κρασάκι στα ποτήρια μας και το τραπέζι άρχισε να παίρνει ζωή. Στο κέντρο, τραγανές λωρίδες από κυπριακή πίτα, πασπαλισμένες με αλάτι και ρίγανη, κι ένα μαχαίρι καρφωμένο στο ψωμί, σαν να μας έλεγε πως εδώ ήρθαμε για να φάμε χωρίς πολλά-πολλά. Η πάστα ελιάς με το ελαιόλαδο ταίριαξε όμορφα με τις πιτούλες, ενώ η τριλογία των αλοιφών ήταν από εκείνα τα ξεκινήματα που σε βάζουν αμέσως στο κλίμα. Το ταχίνι, με την ευχάριστη λεμονάτη διάστασή του, το εξαιρετικό τζατζίκι και η απολαυστική χτυπητή έκαναν το χέρι μας να επιστρέφει ξανά και ξανά στο τραπέζι. Κι έτσι, πριν ακόμη φτάσουν τα πρώτα πιάτα, είχαμε ήδη μπει για τα καλά στο παιχνίδι.

Η Σαλάτα Τσιγκελιού έφερε μια διαφορετική ισορροπία στο τραπέζι. Η ρόκα και οι λιαστές ντομάτες έδωσαν ένταση, τα ντοματίνια πρόσθεσαν τη γλυκύτητά τους, ενώ το ξινόμηλο και το ρόδι έφεραν τη φρεσκάδα και τις ευχάριστες εναλλαγές που χρειάζεται μια σαλάτα για να μη μείνει απλώς στον ρόλο του συνοδευτικού. Το παστελάκι συμπλήρωνε τη σύνθεση, ενώ το ντρέσινγκ από ρόδι και βαλσάμικο έδενε τα επιμέρους στοιχεία, χωρίς να επισκιάζει τη φρεσκάδα τους. Μια επιλογή που έδωσε χρώμα στο τραπέζι και μια πιο σύγχρονη πινελιά στην παραδοσιακή ταβερνίσια διάθεση της βραδιάς.

Οι κολοκυθοκεφτέδες ακολούθησαν με τη γνώριμη νοστιμιά που περιμένεις από ένα τέτοιο πιάτο, αλλά και με τη δική τους αρωματική υπογραφή. Ο φρέσκος δυόσμος έδινε τον χαρακτήρα του, ενώ η σος γιαουρτιού με την καπνιστή πάπρικα λειτουργούσε ως δροσερή, ελαφρώς καπνιστή αντίστιξη.

Στο μεταξύ, τα λεπτοκομμένα τηγανητά κολοκυθάκια είχαν ήδη πάρει τη θέση τους ανάμεσα στα πιάτα. Με το ελαφρύ τους αλεύρωμα και την τραγανή επιφάνεια, ήταν από εκείνες τις μικρές απολαύσεις που δύσκολα μένουν ανέγγιχτες για πολλή ώρα. Δεν τα πολυσκέφτεσαι· απλώς απλώνεις το χέρι, παίρνεις ένα, ύστερα ακόμη ένα και, όταν το αντιληφθείς, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.

Το χαλούμι με φύλλο κρούστας ανέβασε λίγο τον πήχη της δημιουργικότητας. Το τραγανό περίβλημα συναντούσε τη χαρακτηριστική αλμυρότητα του χαλουμιού, ενώ η μαρμελάδα από ξινόμηλο έφερνε τη γλυκόξινη διάσταση που χρειαζόταν για να ισορροπήσει το σύνολο. Το ξύσμα από γλυκολέμονο πρόσθετε μια λεπτή, εσπεριδοειδή πινελιά, χαρίζοντας φρεσκάδα στην τελική γεύση.

Και κάπου εδώ, η κουζίνα του Χριστόδουλου Αβραάμ άρχισε να δείχνει ακόμη πιο καθαρά το δημιουργικό της πρόσωπο. Οι χυλοπίτες με βουβαλίσιο γάλα, πέστο κόλιανδρου και βοδινό κατσαρόλας ήταν το πιάτο που έφερε στο τραπέζι μια διαφορετική αίσθηση πληρότητας. Το ζυμαρικό, με την παραδοσιακή του αναφορά, συναντούσε τη βελούδινη υφή του βουβαλίσιου γάλακτος και τον ιδιαίτερο, βοτανικό χαρακτήρα του κόλιανδρου. Το βοδινό κατσαρόλας συμπλήρωνε τη σύνθεση με τη βαθιά, μαγειρεμένη νοστιμιά του, προσδίδοντας στο πιάτο ουσία και χαρακτήρα. Μια πρόταση που κινείται ανάμεσα στην οικειότητα της κυπριακής κουζίνας και στην επιθυμία για κάτι λίγο διαφορετικό, χωρίς να απομακρύνεται από τη φιλοσοφία μιας ταβέρνας που ξέρει πως το φαγητό πρέπει, πάνω απ’ όλα, να σε ευχαριστεί.

Για τη συνέχεια, περάσαμε στην τριλογία από σουβλάκια, με χοιρινό, κοτόπουλο και αρνί. Εδώ, η συζήτηση επιστρέφει αναπόφευκτα στη σχάρα, που εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της ταυτότητας του Τσιγκελιού. Τρία διαφορετικά κρεατικά, τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες, με τις τηγανητές πατάτες να συμπληρώνουν την εικόνα. Είναι αυτή η απλή, σχεδόν τελετουργική απόλαυση του ψητού κρέατος που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκεί να συνοδεύεται από ένα ποτήρι κρασί και καλή παρέα. Και στο Τσιγκέλι, το κρέας δεν είναι μια ακόμη κατηγορία του καταλόγου· είναι μέρος της ίδιας της φιλοσοφίας του.

Βεβαίως, ένα τραπέζι που σέβεται τον εαυτό του δεν τελειώνει επειδή τελείωσαν τα αλμυρά. Πάντοτε βρίσκουμε λίγο χώρο για κάτι γλυκό, ακόμη κι όταν επιμένουμε πως δεν χωρά ούτε μπουκιά. Η πορτοκαλόπιτα έφερε την αρωματική, εσπεριδοειδή της διάσταση, το κυπριακό μαχαλεπί μάς γύρισε σε πιο δροσερές και γνώριμες γευστικές αναμνήσεις, ενώ τα ατομικά γαλακτομπουρεκάκια πρόσθεσαν τη δική τους τραγανή και κρεμώδη αντίθεση. Η ζεστή γαλατόπιτα, από την άλλη, είχε εκείνη τη νοσταλγική απλότητα που ταιριάζει σε μια βραδιά ταβέρνας. Γεύσεις που δεν χρειάζεται να διεκδικήσουν τον τίτλο της υψηλής ζαχαροπλαστικής για να κερδίσουν μια θέση στην καρδιά σου.

Αυτό που κρατώ από την επίσκεψή μας είναι πως το Τσιγκέλι δεν επιχειρεί να απαρνηθεί τον χαρακτήρα που το έκανε αγαπητό. Η σχάρα, τα κρεατικά, οι μεζέδες και η διάθεση για μοίρασμα παραμένουν στον πυρήνα του. Η παρουσία του Χριστόδουλου, ωστόσο, ανοίγει ένα επιπλέον πεδίο γευστικών επιλογών, με πιάτα που φέρνουν δημιουργικές ιδέες στο τραπέζι χωρίς να ακυρώνουν την ταυτότητα της κυπριακής ταβέρνας. Και αυτή η ισορροπία είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας αυτής σελίδας.

Σταυραετού Μαχαιρά 44, Πλατεία Ειρήνης, Άγιος Αθανάσιος, Λεμεσός

Τηλέφωνο: 70 000060

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

Το Τσιγκέλι. Μια κυπριακή ταβέρνα με ψυχή, γενναιοδωρία και επιλεγμένες δημιουργικές γεύσεις. Η πρώτη μας επίσκεψη…

Είναι κάποιες βραδιές που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη αφορμή. Μια καλή παρέα, ένα ντόπιο κρασάκι, ένα τραπέζι γεμάτο μεζέδες και άνθρωποι που ξέρουν να σε φιλοξενούν.

20 Οκτωβρίου – Παγκόσμια Ημέρα Σεφ. Χρόνια πολλά σε εσάς που δημιουργείτε για εμάς τις πιο όμορφες γαστρονομικές στιγμές!

Έτσι για να το ξεκαθαρίσω, κρίνω σκόπιμο να καταθέσω ότι σεφ, δεν είναι απλά κάποιοι άνθρωποι που μας μαγειρεύουν. Είναι αυτοί που τάχτηκαν να δημιουργούν