
Το ταξίδι προς το πολυβραβευμένο Salt & Fire είναι τόσο όσο για να πεις “ταξίδεψα”, μα όχι τόσο για να φτάσεις κουρασμένος. Είκοσι λεπτάκια από την ππρωτεύουσα, σε μια διαδρομή που σε προϊδεάζει γλυκά για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Λίγο το χρώμα της κυπριακής υπαίθρου, λίγο οι μυρωδιές από τα φρύγανα του καλοκαιριού, λίγο η αίσθηση πως αφήνεις πίσω σου την πόλη και τα άγχη της…….. κι αμέσως καταλαβαίνεις πως το δείπνο στο Salt & Fire ξεκινά πολύ πριν καθίσεις στην καρέκλα σου.
Φτάσαμε απογευματάκι, από εκείνες τις ώρες που το φως γίνεται πιο μαλακό και το βλέμμα προλαβαίνει να χορτάσει εικόνες. Το πατρικό σπίτι της οικογένειας Χειμωνίδη, που αγάλι αγάλι μεταμορφώθηκε σε έναν από τους πιο ιδιαίτερους γαστρονομικούς προορισμούς του τόπου, στεκόταν μπροστά μας λουσμένο στο χρυσαφί του δειλινού, έτοιμο να αφηγηθεί για ακόμη μία φορά την ιστορία του. Μια ιστορία που ξεκίνησε από την αγάπη για τη φωτιά, τις μεγάλες κοπές και το σωστό ψήσιμο και εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα steakhouse.

Το τραπέζι μας, ακριβώς δίπλα από την πισίνα, έμοιαζε να έχει βγει από καλοκαιρινό κινηματογραφικό πλάνο. Γύρω μας, θεόρατα πεύκα, κυπαρίσσια και ελιές δημιουργούσαν ένα φυσικό παραπέτασμα πρασίνου, ενώ η φωτισμένη πισίνα άλλαζε αποχρώσεις όσο ο ήλιος αποχωρούσε διακριτικά πίσω από τους λόφους της περιοχής. Κι όταν το φως έδωσε τη θέση του στη νύχτα, όλα μεταμορφώθηκαν. Τα πεύκα έμοιαζαν να αγγίζουν τον ξάστερο ουρανό, τα τζιτζίκια συνέχιζαν ακούραστα το τραγούδι τους και οι μυρωδιές από τα ξύλα που έκαιγαν στις σχάρες μπλέκονταν με εκείνες της κυπριακής εξοχής, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα τόσο κοντινή και ταυτόχρονα τόσο μακριά από την πόλη.

Κι αν αναρωτιέσαι αν αξίζει η διαδρομή μέχρι τον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας, η απάντηση βρισκόταν στα γύρω τραπέζια. Παρέες που ταξίδεψαν από κάθε γωνιά της Κύπρου, επισκέπτες που βρέθηκαν στο νησί για λίγες μόνο ημέρες και έφτασαν εδώ έπειτα από επίμονες συστάσεις φίλων και γνωστών, ζευγάρια που είχαν αποφασίσει πως το βράδυ τους άξιζε κάτι περισσότερο από ένα απλό δείπνο.

Το πρώτο ποτήρι από το εξαιρετικό Vlassides Eddial Traditional Method 2020 γέμισε τα ποτήρια μας, την ώρα που οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου καθρεφτίζονταν ακόμη στην επιφάνεια της πισίνας. Η ομάδα εξυπηρέτησης, με επαγγελματισμό που δεν είχε ίχνος επιτήδευσης και με γνώση που έφτανε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια του κάθε πιάτου, ανέλαβε να μας οδηγήσει στα νέα μονοπάτια του μενού, αλλά και σε κάποια από τα αγαπήμενα μας πιάτα και φυσικά στις οινικές διαδρομές που τα συνόδευαν ιδανικά.
Ο καπνιστός ταραμάς με λάδι από σχοινόπρασο και ψωμί εμπλουτισμένο με κουρκουμά αποδείχθηκε ένα ιδανικό καλωσόρισμα. Βελούδινος, με ευγενική καπνιστή επίγευση και ισορροπημένη αλμύρα, βρήκε στον γήινο χαρακτήρα του ψωμιού τον ιδανικό του συνοδοιπόρο, σε μια μπουκιά που σε προετοίμαζε ιδανικά για όσα θα ακολουθούσαν.

Τα φρέσκα Fine de Claire στρείδια, σερβιρισμένα με κλασική μινιονέτ και λεμόνι, είχαν όλη την καθαρότητα και την ιωδιούχα ένταση της θάλασσας. Φρέσκα, δροσερά και αφοπλιστικά ειλικρινή, έφεραν μια μικρή θαλασσινή αύρα στην καρδιά της κυπριακής υπαίθρου.

Το Mayer am Pfarrplatt Zweigelt 2024 από τη Βιέννη ανέλαβε τη συνέχεια και πολύ σύντομα βρέθηκε απέναντι από ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και αγαπημένα πιάτα της βραδιάς. Το καρπάτσιο από Wagyu, αγγιγμένο με βινεγκρέτ από μανιτάρια shitake και πίκλα από shimeji, ισορροπούσε υποδειγματικά ανάμεσα στη λιπαρότητα του βοδινού και στη γήινη οξύτητα των μανιταριών. Ένα πιάτο που δεν φώναζε για να εντυπωσιάσει· σε κέρδιζε αθόρυβα και σταθερά, μπουκιά με τη μπουκιά.

Η σκυτάλη πέρασε στο Ασύρτικο του Κτήματος Ζαφειράκη και μαζί του έφτασαν στο τραπέζι τα φρέσκα νιόκι παρμεζάνας με καβούρι και σάλτσα σαφράν. Βελούδινα, αέρινα και με υποδειγματική ισορροπία ανάμεσα στη γλύκα του καβουριού και στα αρώματα του σαφράν.

Το χταπόδι σχάρας κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό γευστικό πεδίο. Καλοψημένο, με σωστό δάγκωμα και διακριτό άρωμα από τα ξύλα της φωτιάς, συνάντησε το πέστο από κουκιά, τον πουρέ μελιτζάνας, πιπεριάς και μάραθου και το jus παντζαριού, δημιουργώντας ένα πιάτο γεμάτο αντιθέσεις, μα ταυτόχρονα απόλυτα αρμονικό.

Καθώς η νύχτα σκέπαζε σιγά σιγά τη Μαλούντα και τα φώτα της πισίνας άλλαζαν διαρκώς χρώματα, έκανε την εμφάνισή του το πρώτο μεγάλο πρωταγωνιστικό πιάτο της βραδιάς. Το διπλό smashed burger από kojified βοδινό, λιωμένο cheddar και σπιτική μαγιονέζα, μέσα σε αφράτο potato bun, ήταν ίσως το πιο απολαυστικό guilty pleasure της βραδιάς. Το βοδινό, ωριμασμένο με τη βοήθεια του ιαπωνικού koji, μιας παραδοσιακής τεχνικής που ενισχύει το ουμάμι και χαρίζει μεγαλύτερο βάθος και πολυπλοκότητα στη γεύση, αποκτούσε μια σχεδόν βουτυρένια υφή που δύσκολα συναντάς ακόμη και σε εξαιρετικές κοπές dry aged κρέατος.

Το Marchesi di Barolo Barbaresco 2021 ανέλαβε ιδανικά να προετοιμάσει τον ουρανίσκο για την κορύφωση του δείπνου και λίγο αργότερα έφτασε στο τραπέζι μας το επιβλητικό Black Angus T-Bone Prime από την Creekstone Farms. Εδώ το Salt & Fire θυμίζει σε όλους γιατί θεωρείται σημείο αναφοράς για τους λάτρεις του ποιοτικού κρέατος. Η αρωματική κρούστα από τη φωτιά, η σωστή θωράκιση της επιφάνειας, η ζωντανή και ζουμερή καρδιά του κρέατος και το φίνο μαρμάρωμα του λίπους, συνθέτουν ένα αποτέλεσμα που δύσκολα ξεχνιέται. Το τελευταίο ποτήρι από το Barolo 2021 έμοιαζε σχεδόν υποχρεωτικό δίπλα σε μια τέτοια κοπή.


Ένα εσπρεσάκι, ένα ποτήρι Κουμανδαρίας, παρέα με ολόφρεσκο, βάσκικο cheesecake, σορμπέ από raspberries, τραγανό κραμπλ και βελούδινο κουλί φράουλας, έκλεισαν με τον πιο όμορφο τρόπο το γαστρονομικό μέρος της βράδιας.

Κι ενώ το βράδυ είχε προ πολλού προχωρήσει, κανείς δεν έδειχνε διάθεση να αποχωρήσει. Οι κουβέντες συνέχιζαν, τα ποτήρια ξαναγέμιζαν και οι παρέες γύρω μας παρέμεναν στις θέσεις τους, σαν να μην ήθελαν να σπάσουν τη μαγεία της στιγμής.
Γιατί τελικά αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Salt & Fire. Δεν σε κερδίζει μόνο με τη φωτιά, τις σπάνιες κοπές ή τις τεχνικές της κουζίνας του. Σε κερδίζει γιατί καταφέρνει να σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι πολύ μακριά από την πόλη, ενώ στην πραγματικότητα απέχεις μόλις είκοσι λεπτά από αυτήν.
Κανείς δεν ήθελε να φύγει. Όλοι έμεναν λίγο ακόμη. Για ένα τελευταίο ποτήρι κρασί, για μία ακόμη κουβέντα, για λίγα ακόμη λεπτά δίπλα στην πισίνα που συνέχιζε να αλλάζει χρώματα μέσα στη νύχτα. Μια μικρή μαγεία. Ένα σκηνικό τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά από την πόλη, που σε ταξιδεύει χωρίς να χρειάζεται να πας μακριά.
Και σαν έρθει τελικά η ώρα να πάρεις τον δρόμο της επιστροφής, κοιτάζεις για τελευταία φορά την φωτισμένη πισίνα, τα πεύκα που αγγίζουν τον νυχτερινό ουρανό και τις τελευταίες σπίθες που χορεύουν πάνω από τα ξύλα της φωτιάς και υπόσχεσαι, σχεδόν ασυναίσθητα, πως θα επιστρέψεις.
Άγιος Ιωάννης Μαλούντας, Λευκωσία
22 435323

Το ταξίδι προς το πολυβραβευμένο Salt & Fire είναι τόσο όσο για να πεις “ταξίδεψα”, μα όχι τόσο για να φτάσεις κουρασμένος. Είκοσι λεπτάκια από

Στη Σουηδία, ο όρος Fika έχει μέσα του κάτι που προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα. Κάπου ανάμεσα στη δουλειά, στην καθημερινότητα και στο βραδινό δείπνο, υπάρχει μια

Υπάρχουν πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα. Τόσο αυτονόητα, που όταν ταξιδεύουμε ξεχνάμε να τα ελέγξουμε. Και κάπου εκεί αρχίζουν τα… ταξιδιωτικά δράματα! Το τελευταίο διάστημα, βλέπω

Τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες βρέθηκα σε μερικά από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης. Ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων, με εξαιρετική φήμη, όμορφα

Το σκηνικό είναι σχεδόν έτοιμο. Ο ήλιος πέφτει, η ζέστη γίνεται επιτέλους ευχάριστη, τα φωτάκια στη βεράντα ανάβουν, η θάλασσα είναι λίγα μέτρα πιο πέρα
