Στη νεοαφιχθείσα Πινελιά για αψεγάδιαστα μεζεδάκια, παραδοσιακές γεύσεις και πιάτα αρτυσμένα με αγάπη. Την επισκεφθήκαμε…

Σάββατο βράδυ πάμε Πινελιά; Και βέβαια πάμε, είπε η παρέα και πριν ακόμη καθίσουμε στο τραπέζι, η εικόνα είχε ήδη μιλήσει. Κόσμος και κοσμάκης απ’ άκρη σ’ άκρη, παρέες σε όλα σχεδόν τα τραπέζια, φωνές, γέλια, πιάτα να πηγαινοέρχονται και εκείνη η όμορφη, ανεπιτήδευτη φασαρία που θέλεις να συναντάς σε ένα κυπριακό ταβερνείο.

Την Πινελιά την είχαμε γνωρίσει από τις πρώτες κιόλας ημέρες της λειτουργίας της, όταν γράφαμε για το νέο της ξεκίνημα στην Έγκωμη. Αυτή τη φορά, όμως, η επίσκεψη είχε άλλο ενδιαφέρον. Δεν ήρθαμε για να γνωρίσουμε το καινούργιο. Ήρθαμε για να δούμε πώς στέκεται το καινούργιο, όταν η αίθουσα γεμίζει και η κουζίνα καλείται να αποδείξει στην πράξη τι μπορεί να κάνει.

Και επιλέξαμε τον μεζέ, που και ατελείωτος, όντως ήτανε και γευστικός.

Ο Κώστας και η ομάδα του μάς έβαλαν στον γαστρονομικό τους δρόμο και το πρώτο που ήρθε στο τραπέζι ήταν ένα ισορροπημένο Ξυνιστέρι με ελαφριά παλαίωσή σε βαρέλι. Ένα κρασί που άνοιξε όμορφα τη βραδιά και μας έβαλε στο σωστό mood για όσα θα ακολουθούσαν.

Τα πρώτα κρύα έκαναν την εμφάνισή τους με τη χωριάτικη σαλάτα, που ήτανε γενναιόδωρη στη φέτα και φρεσκοκομμένη, το ταχίνι, με το σοτέ σουσάμι να προσθέτει το δικό του τραγανό άγγιγμα, την εξαίρετη τυροκαυτερή – ευτυχώς ήπια και όχι από εκείνες που σε τιμωρούν από την πρώτη κουταλιά – αλλά και το δροσερό τζατζίκι με ψιλοκομμένο αγγούρι.

Μετά ήρθαν τα ζεστά.

Η τηγανιά με αυγό και κυπριακό λουκάνικο, κομμένο σε ροδέλες, ήταν από εκείνα τα μεζεκλίκια που θέλουν ψωμί δίπλα και καθόλου δεύτερες σκέψεις. Οι φλογέρες με φέτα και μέλι, τραγανές και παιχνιδιάρικες, έφεραν μαζί το αλμυρό και το γλυκό σε μια μπουκιά

Οι σπιτικοί κυπριακοί κεφτέδες είχαν εκείνη την ωραία, γνώριμη νοστιμιά του καλού σπιτικού τηγανητού. Τραγανοί εξωτερικά, μαλακοί μέσα, χωρίς να έχουν χάσει την ουσία τους κάτω από περιττά καρυκεύματα.

Το βοδινό συκωτάκι στη σχάρα ήρθε σωστά ψημένο, ενώ οι κολοκυθοκεφτέδες κέρδισαν το δικό τους χειροκρότημα. Τραγανοί απέξω, με το κολοκύθι να κρατά ακόμη τη δική του παρουσία στο εσωτερικό, και με το τζατζίκι δίπλα να κάνει ακριβώς αυτό που πρέπει: να δροσίζει και να ισορροπεί.

Τα πλευρώτους μανιτάρια στη σχάρα έδωσαν μια πιο γήινη νότα, ενώ τα βλήτα με λαδολέμονο έγιναν, μαζί με τις τραγανές τηγανιτές πατάτες με φλούδα το απόλυτο συνοδευτικό.

Και κάπου εδώ έφτασε ένα πιάτο που θα κρατήσω.

Βραστό χαλούμι με ξηρό δυόσμο.

Μαλακό, ζεστό, με τον κόλιανδρο να του δίνει αρωματική προσωπικότητα. Μα το πραγματικό παιχνίδι αρχίζει όταν το βουτήξεις στο μικρό μπολάκι με την ντομάτα. Εκεί η αλμύρα του χαλουμιού συναντά την οξύτητα και τη γλύκα της ντομάτας και, ξαφνικά, ένα τόσο απλό πιάτο αποκτά άλλη διάσταση.

Και πήγαμε και στα κρεατικά, γιατί ένας κυπριακός μεζές χωρίς σχάρα είναι σαν καλοκαίρι χωρίς θάλασσα.

Το χοιρινό σουβλάκι ήταν άψογα ψημένο, ζουμερό και με εκείνο το ωραίο άρωμα της φωτιάς που θέλεις να βρίσκεις σε κάθε δαγκωματιά. Δίπλα του, το κοτόπουλο σουβλάκι, τρυφερό και σωστά ψημένο, και οι σεφταλιές, από εκείνες που τρώγονται χωρίς να καταλάβεις πότε τελείωσε η πρώτη και πότε ζητάς τη δεύτερη.

Και όταν λες “εντάξει, κάπου εδώ πρέπει να ολοκληρώνεται ο μεζές”, να σου και καταφθάνει το κριθαρώτο με ντοματούλα και ξεψαχνισμένο χοιρινό κότσι. Το κρέας είχε μαγειρευτεί μέχρι να γίνει τόσο τρυφερό ώστε να λιώνει με το άγγγμα του πιρουνιού. Η ντομάτα πρόσθετε την απαραίτητη φρεσκάδα και ολόκληρο το πιάτο λειτουργούσε σαν μια τελευταία, δυνατή παρέμβαση πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Μόνο που στην Πινελιά δεν τους αφήσαμε να πέσουν ακόμη.

Γιατί ήρθε και η τελευταία πινελιά, που δεν ήταν άλλη από το γλυκό.

Το μαχαλέπι γάλακτος με παγωτό τριαντάφυλλο, με γλυκό τριαντάφυλλο του κουταλιού από τον Αγρό να το στεφανώνει, το οποίο ήταν η γλυκιά έξοδος που χρειαζόταν η βραδιά. Δροσερό, αρωματικό, με το τριαντάφυλλο να παραμένει πρωταγωνιστής χωρίς να γίνεται υπερβολικό.

Και κάπως έτσι, με το τελευταίο ποτήρι κρασί  να τελειώνει αργά και τον χώρο ακόμη να βουίζει από κόσμο και μουσική, σκέφτομαι πως η Πινελιά έχει ήδη περάσει από το στάδιο του “καινούργιου”. Τώρα πρέπει να κριθεί για αυτό που πραγματικά είναι.

Και αυτό που είδα ένα γεμάτο Σάββατο βράδυ ήταν ένα ταβερνείο που ξέρει τι θέλει να προσφέρει: κυπριακό φαγητό, γενναιόδωρες ποσότητες, μεζέ με πολλές διαφορετικές γευστικές στάσεις και, κυρίως, μια ατμόσφαιρα που σε κάνει να θέλεις να μείνεις λίγο ακόμη. Γιατί τελικά, αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα μιας καλής ταβέρνας. Όχι απλώς να φας.

Να περάσεις καλά.

Και στην Πινελιά, ένα Σάββατο βράδυ, αυτό το “καλά” το καταλαβαίνεις πριν ακόμη έρθει στο τραπέζι το πρώτο πιάτο.

Λεωφόρος 28ης Οκτωβρίου 61, Έγκωμη, Λευκωσία

22 264005

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

Οι Φούρνοι ΖΟΡΠΑΣ παρουσιάζουν το «Πες Αλεύρι!» Νέο ψηφιακό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα δημοτικά σχολεία

Μια ξεχωριστή εκπαιδευτική πρωτοβουλία που φέρνει τους μαθητές πιο κοντά στην ιστορία του ψωμιού, την πολιτιστική κληρονομιά, τη σωστή διατροφή και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Το